Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

in memory.

Γνώρισα τον Ντάνι στα 22 μου χρόνια, όταν εκείνος ήταν 34. Τότε δεν το γνώριζα και πάντα αναρωτιόμουν πώς ήταν δυνατόν να είχε τόσες σπουδές και εργασιακή εμπειρία και να με περνάει το πολύ έξι χρόνια -είχα θέσει ως ανώτατο όριο ηλικίας του τα είκοσι-οκτώ.
Δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι από την πρώτη στιγμή που βρέθηκα στον ΜΚΟ, όπου εργαζόταν ως δικηγόρος, και μου ανατέθηκε να εργασθώ μαζί του, συνειδητοποίησα πόσα θα μάθαινα από εκείνον. Όπως και έγινε. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμη την εξαιρετικά μεγάλη τύχη μου να μοιρασθώ το ίδιο γραφείο μ'εκείνον. Ευτυχώς, το αντιλήφθηκα γρήγορα: χάρη σε κάθε συνάντηση με κάποιον αιτούντα άσυλο, την οποία μου επέτρεπε να ακούω, κάθε συνέντευξη στο Υπουργείο Εξωτερικών, στην οποία μου πρότεινα να παρευρεθώ, κάθε χαμόγελο όταν με καλημέριζε.
Ο Ντάνι έφυγε από τη ζωή την περασμένη Κυριακή. Μόλις στα 37 του χρόνια. Μόλις μετά από 5 μήνες ασθένειας. Αλλά -το είπα και νωρίτερα- οι αριθμοί δεν έχουν σημασία. Μοιάζει να σε πονάνε περισσότερο, μα, αν άλλαζαν, δεν θα πονούσα λιγότερο και το ξέρω -ούτε περισσότερο, γιατί ξέρω πως δεν γίνεται. Κι έχω τόσες σκέψεις και τόσα συναισθήματα, που δεν χωράνε σ'αυτές τις γραμμές. Πρωτίστως επειδή γράφω χωρίς, ακόμη, να συνειδητοποιώ πως δεν πρόκειται για ένα κακό όνειρο, αλλά για την οδυνηρότερη πραγματικότητα.
Ο Ντάνι δεν ήταν η ασθένειά του. Ούτε ο θάνατός του. Είχε δύναμη και θάρρος και αισιοδοξία και χαμόγελο και ανησυχία για τους γύρω του, όπως σε όλη του τη ζωή. Αλλά δεν ήταν η ασθένεια και ο θάνατός του, γιατί ήταν πολλά περισσότερα. Ήταν ο ατέλειωτος αγώνας για τα δικαιώματα των προσφύγων, ήταν οι αμέτρητες ώρες στο γραφείο -πάντα αδιαμαρτύρητα, πάντα με χαμόγελο-, ήταν ο άνθρωπος που δεν είχα δει ποτέ θυμωμένο· τον είχα δει κουρασμένο, αγχωμένο, θλιμμένο για κάποια ιστορία που είχε μόλις ακούσει, μα ποτέ θυμωμένο. Είναι κάθε ζωή που έσωσε, κάθε ελπίδα που χάρισε, κάθε όνειρο που αναγεννήθηκε χάρη σ'εκείνον. Είναι κάθε συμβουλή που μου έδωσε, κάθε χαμόγελο που μου χάρισε, κάθε νέος δρόμος μου που χαράχθηκε χάρη σ'εκείνον. Θα είναι.
Το πένθος είναι μια περίπλοκη και ιδιόρρυθμη κατάσταση -σχεδόν σαν αυτόνομη ύπαρξη, έξω απ' το σώμα σου, που σε τραβάει σαν μαγνήτης κι αλλάζει τον κόσμο γύρω σου. Κι αυτή είναι η ειρωνεία με την απώλεια του συγκεκριμένου ανθρώπου: αγωνιζόταν για να κάνει τον κόσμο καλύτερο και μόνη η απουσία του αρκεί για να κάνει τον κόσμο πιο άσχημο. Σε μια κατασταση πένθους, πάντα σκέφτεσαι όσα δεν είπες και όσα δεν έκανες. Κι η μόνη συμβουλή που έχω -κι ελπίζω να την τηρώ πάντα- είναι η αναγκαιότητα να μοιραζόμαστε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας με όσους μας είναι σημαντικοί. Τώρα. Όχι κάποτε, όχι σύντομα, όχι αύριο. Τώρα. Γιατί δεν ξέρεις πότε θα 'ναι η μέρα που το αύριο δεν θα έρθει πια. Κι αν κάτι με κάνει να στέκομαι στα πόδια μου, είναι η διαρκής υπενθύμιση στον εαυτό μου ότι είχα πει στον Ντάνι πόσο σημαντικός μου είναι -γιατί εξακολουθεί να μου είναι. Πόσο ευγνώμων του είμαι και πόσο τον ευχαριστώ. Δεν υπέθεσα ότι τα γνώριζε. Δεν επαναπαύτηκα στο ότι τα καταλάβαινε. Του τα είπα. Κι είναι αυτή η σκεψη, στ' αλήθεια, που γεννά ψήγματα φωτός στο σκοτάδι. Και θα είναι.
Στη μνήμη του Daniel Sanjuan Guaita.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

25.

I've always had a thing for birthdays. As a child, I mostly cared about my own birthday, waiting until it was finally there -a bit after Christmas, just a few days after the holidays. I remember being impatient and obsessively counting-down the days: "3 days to go, 2, tomorrow, TODAY". Growing up, I started feeling the same enthusiasm for my favourite people's birthdays. As if it were a chance for me to remember our best moments, how we had grown since their last birthday, the stronger bond we had comparing to last year or the year before. To get to experience this feeling of fulfilment all over again.

25 used to seem so far away and  SO ridiculously grown-up. On my birthday, I'd sit and imagine everything I'd have done by the age of 25 -I guess I've always loved making lists as much as I do now. And here I am. 25. And I've done so much less. And I've done so much more. Life has worked on the most unexpected ways -and I worked along: sometimes choosing the safer paths, but usually following the ones that didn't show what was next; the surprising ones, that were challenging my instincts and teaching me to embrace changes. And I did. And I would do it all over again. That's what it's all about; changing and growing up and trying to do it with dignity or at least a smile on your face. A chance of auto-evaluation, a reward for everything that you've done right, a lesson for whatever it is you've done wrong; a reminder that there's more ahead of you and that you really can make it through.

I am thankful for every little accomplishment, for every detail of each day that proved it was worth it. I am grateful for every new friend that I've made and for every childhood or adolescence friend that's still here, laughing with me for the randomest of reasons until we're out of breath -even if it is through a skype session or via facebook messenger. I'm glad for the good times and I realise there's many of them. But I'm also aware of the importance of the bad ones. I cherish the little -or greater- moments of stress or fear or sadness. For without them, the better moments would just seem dull. It's the hard times that help you grow, anyway.

Thank you, all.

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

2016

Δεν υπάρχουν χρονιές ιδανικές. Ούτε αριθμοί περισσότερο ή λιγότερο ευνοϊκοί. Δεν υπάρχουν χρονιές απολύτως ευτυχείς –γιατί, ακόμη κι αν το κατορθώσει αυτό κανείς στον μικρόκοσμό του, βάσει των δεδομένων ή των στόχων που έθεσε, πάντα υφίσταται την ίδια στιγμή η οδύνη –σε κάποια άκρη του κόσμου ή δίπλα μας, ακόμη κι όταν στρέφουμε άθελά μας το βλέμμα αλλού.
Υπάρχουν στιγμές. Κι οι στιγμές δεν έχουν σύνορα, ούτε γλώσσα, ούτε μετριούνται σε χιλιόμετρα ή στα αεροπλάνα που σε χωρίζουν απ’ όσους αγαπάς περισσότερο. Υπάρχουν χαμόγελα και δάκρυα και συζητήσεις και διαφωνίες και φωνές και ψίθυροι και σιωπές. Υπάρχουν μέρες που νομίζεις ότι ήρθε το τέλος του κόσμου –κι άλλες που καταλαβαίνεις ότι ο κόσμος ξαναρχίζει, απλώς και μόνο επειδή ξύπνησες κι αυτό το πρωί.
Και γίνεσαι κι εσύ στιγμή και φως και εκείνο το ξεχασμένο χαμόγελο. Και γίνεσαι χρώμα από τη φωτογραφία που φύλαξες στη μνήμη σου και καθρέφτης από εκείνη τη ματιά και στιχάκι από το τραγούδι που βάφτισες πρωτοχρονιάτικο κι ας μην ήταν εκείνος ο αρχικός του προορισμός: “fem-ho abans de fer-nos grans que demà serà impossible, que demà ja serà tard” (σήμερα, πριν μεγαλώσουμε, γιατί αύριο θα είναι αδύνατο –γιατί αύριο θα είναι ήδη αργά).
...
No existe un año ideal. Ni siquiera fichas más o menos favorables. No existen los años absolutamente felices; aunque alguien piense haberlo logrado en su microcosmo, igual habrá sufrimiento y dolor, en ese mismo momento –sea en la otra orilla del mundo, o hasta en su lado.
Sí existen los momentos. Los momentos que no tienen fronteras, ni idiomas, ni importa la distancia o los vuelos con escala que te separan de las personas que más quieres. Existen las sonrisas y las lágrimas, las conversaciones, los desacuerdos y los gritos y los susurros y los silencios. Existen estos días, en los que crees que es el fin del mundo; y otros días, cuando te das cuenta de que el mundo comienza de nuevo, simplemente porque te despertaste por la mañana.
Y tu también te conviertes en un momento y en luz y en una sonrisa olvidada. Te conviertes en el color de aquella foto, bien guardada en tu memoria. Te conviertes en un espejo que refleja aquella mirada. Y te conviertes en una letra de una canción que siempre te ha parecido adecuada por el primer día del año nuevo, aunque no era destinada a ser una canción navideña: “fem-ho abans de fer-nos grans que demà serà impossible, que demà ja serà tard”