Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Αγαπητέ καλοκαιρινέ έρωτα...


Θα νόμιζες ότι κανείς δεν ασχολείται μαζί σου πια. Οι διακοπές είναι λίγες, τα προβλήματα πολλά κι αυτή η αντίθεση συρρικνώνει το ίδιο το καλοκαίρι στην ύλη και την ουσία του. Μα, έχεις μάθει να έρχεσαι απρόσκλητος, όταν εσύ το αποφασίσεις. Λίγο το νησί, λίγο το ηλιοβασίλεμα, λίγο ένα ζευγάρι μάτια, που το χρώμα τους μοιάζει με αυτό της θάλασσας και καταφέρνεις -ξανά- να γίνεις η προτεραιότητα. Βιαστικά, φευγαλέα και σύντομα. Θνησιγενώς. Μα, δεν σε νοιάζει. Σου αρκεί η επιβεβαίωση της στιγμής. 
Κι εμείς αργούμε να σε αναγνωρίσουμε -κι ο χαμένος χρόνος μοιάζει να είναι ακόμη περισσότερος, αφού το ρολόι μετρούσε αντίστροφα εξαρχής- μα, όταν το πετύχουμε, σου χαμογελάμε από μακριά και θυμόμαστε όλα τα κλισέ τύπου "ζήσε τη στιγμή/ άδραξε τη μέρα". 

Κι έχουν γραφτεί για σένα τραγούδια κι έχουν γυριστεί ταινίες κι έχουν αφιερωθεί σελίδες σε περιοδικά, που δεν καταδέχομαι να διαβάζω, γιατί νιώθω να παίρνουν σάρκα και οστά τα στερεότυπα που απεχθάνομαι πιο πολύ. Κι  αντ'αυτών, ψάχνω ειδήσεις στο ίντερνετ -ποτέ στην τηλεόραση- και βλέπω κοινωνικές ταινίες κι ακούω τραγούδια με λιγότερο ρηχό στίχο και διαβάζω άρθρα με λιγότερο ρηχό τίτλο. Παρόλα αυτά, ήρθες. Την ώρα που οι άλλοι συζητούσαν για τα ρατσιστικά εγκλήματα, την Εφορία και τον Ξένιο Δία, εγώ ετοίμαζα βαλίτσες, όπου έβαλα μέσα τα πάντα, εκτός από τη λογική μου.

Να ξέρεις, μου έμαθες πολλά: Άφησα τον οργανωτικό και υπεραναλυτικό εαυτό μου στην Αθήνα και προσπάθησα να βλέπω μόνο το "τώρα", μη έχοντας ούτε εκείνο δεδομένο, με μένα αποδιοργανωμένη και έρμαιο του χάους που προκαλείς από τη φύση σου.
Έγινα, προς στιγμήν, ολιγαρκής και μ'ενδιέφεραν μόνο τα βασικά: μια καλημέρα και το ύφος, με το οποίο λέγεται. Ούτε πολιτικές συζητήσεις ευκαίρησα να κάνω, ούτε να συγκρίνω απόψεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε να ρωτήσω για εκείνη την οικονομική εφημερίδα που ήταν πάνω στο τραπέζι. Εσύ φταις. Μου έκλεψες όλο τον ορθολογισμό και δεν μου έδινες πίσω ούτε ψήγμα του, ώσπου να τελειώσουν οι διακοπές μου -κάτι θα ήξερες παραπάνω από μένα...
Και, κάπως έτσι, εγώ αφαιρέθηκα, ξεχάστηκα. Τα προβλήματά μου ξεθώριασαν, κρυμμένα στο πίσω μέρος του μυαλού μου, όσο το κέντρο του κόσμου ήταν, για λίγο, τα πιθανά θέματα συζήτησης μ'εκείνον που επέλεξες για μένα.

Καλοκαιρινέ έρωτα, σε χρειαζόμαστε. Τώρα, περισσότερο από ποτέ. Γιατί είσαι ταυτόσημος με την ταχυπαλμία και τη νοσταλγία. Κι αυτή είναι η μόνη κατηγορία άγχους που, πλέον, δεν έχουμε και -τραγική ειρωνεία, θα πεις- η μόνη που μας είναι απαραίτητη. Έτσι, για να ερωτευόμαστε μια στιγμή, δυο λέξεις κι ένα χαμόγελο -ίσα, ίσα για να επιβιώσει και το δικό μας έναν ακόμη χειμώνα. Να θυμόμαστε το μυστήριο, για το οποίο μιλούσε ο Τομ Ρόμπινς, στον Τρυποκάρυδο, να συγκρατούμε ημερομηνίες σαν έφηβοι και να τις συνδέουμε με θετικά περιστατικά -έτσι, κατ'εξαίρεση. Αν όχι εσένα, το χειμωνιάτικο αδελφό σου, ένα καλό τραγούδι στο ραδιόφωνο, μια φιλική αγκαλιά, μια τηλεφωνική συνομιλία. Αυτά που, όλοι εσείς, αντιπροσωπεύετε: ένα διάλειμμα.
Κι αν  ακόμη είσαι πλατωνικός, δεν πειράζει -γιατί κι αυτό μοιάζει ακόμη πιο ποιητικό και φιλοσοφικό. Μα δεν μπορώ να το εξηγήσω καλά, γιατί έχω ριζώσει πάνω απ'τα βιβλία της Σχολής, μήπως πάρω το πτυχίο μου και ξέρω να σου πω μόνο ό,τι ήταν στην ύλη. "Τα σημαντικότερα είναι πάντα εκτός ύλης" μου είπαν κάποτε. Δεν το ξέχασα ποτέ. Ούτε κι εσένα.





no more talk could take me from this pain I'm in.

Πόσες μέρες έμειναν; 6 και σήμερα.
Πότε ήταν που σου έλεγα "Σε 5,5 μήνες φεύγω -όχι αύριο";
Ε, τώρα πλησιάζει αυτό το "αύριο". Και θέλω να φύγω. Και φοβάμαι να φύγω. Και σκέφτομαι την Ισπανία. Και σκέφτομαι την Ύδρα. Και σκέφτομαι εσένα. Και βάζω ν'ακούσω Black Keys -ύστερα από καιρό...

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

you know that I could use somebody.

Δεν είναι τίποτα: θα μου επιστρέψεις το βιβλίο που έχεις δανειστεί κι εγώ εκείνη τη φράση σου, που έχω σιχαθεί να χρησιμοποιώ. Θα μιλήσουμε για τα πάντα, εκτός από το πώς νιώθουμε. Θα σου πω για τις διακοπές μου και θα παραλείψω, τεχνηέντως, τα σπουδαιότερα και μετά θ'ακούσω για τις δικές σου -τα βασικά μόνο. Αφού σ'αρέσει να μιλάς λίγο. Αφού προτιμάς να μιλάω εγώ και να ακούς χαμογελώντας και μετά να θυμάσαι τα πάντα. Θα 'ναι σαν όλες τις άλλες φορές, μα θα διαφέρει απ'όλες τους. Θα φύγω και θα φύγεις. 
Γι'αυτό σου λέω -θυμήσου το βιβλίο μου, ας λύνονται μία-μία οι εκκρεμότητες. Ή, ξέρεις τι; Αν το ξεχάσεις, κράτα το. Έτσι κι αλλιώς,  το χάλασες. Ανήκει κι αυτό στο κομμάτι της μνήμης μου που φυλάει εκείνες τις δύο ημερομηνίες -ή, μάλλον όχι, τρεις είναι, μια φθινοπωρινή και δυο ανοιξιάτικες-,  εκείνη την ταινία, εκείνο το συγκρότημα, εκείνον τον ποιητή, εκείνο το μαγαζί, εκείνον τον στίχο -όσα έχω συνδέσει με το πρόσωπό σου. 
Αυτή είναι η μια από τις δύο κατάρες όσων γράφουν: οι συνειρμοί. Η δεύτερη είναι ότι καταδικάζονται, μαζί με τις λέξεις, να αφήνουν στο χαρτί κι ένα κομμάτι της ψυχής τους -και δεν τους επιστρέφεται, μέχρι να γράψουν κάτι καινούργιο. Κι εγώ -πάντα τυπική- τα έχω μοιράσει στο μισό: μισή στο χαρτί, μισή για σένα. Την τελευταία, δεν θα την έχω ποτέ πίσω. Το ξέρεις, κάπου στο βάθος, κι εσύ.