Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

We'll always have Paris.

Ο τίτλος ενός κειμένου πρέπει να είναι σαφής, σύντομος και περιεκτικός. Πρέπει να προϊδεάζει τον αναγνώστη για το περιεχόμενο του κειμένου, να αναφέρεται σε αυτό, να αποτελεί ένα μικρό σχόλιό του ή, έστω, να το υπονοεί.

-Θέλω αυτόν τον τίτλο.
Έτσι, απλά.
Αλλά...
-Γίνεται να έχεις έναν τίτλο, χωρίς να έχεις ένα κείμενο;
Ούτε καν μια ιδέα;
Μια σκέψη;
Μια έμπνευση της στιγμής, ίσως;
-Γίνεται. Έχω τον τίτλο μου. Αρκεί;
-Δεν αρκεί.


Δεν έχω μια ιστορία, στην οποία να ταιριάζει -αυτό όμως δεν τον διώχνει από το μυαλό μου.
Θα μπορούσα να φτιάξω μία, αλλά αυτό θα ήταν τόσο ανούσιο, όσο το να συνδυάσω βεβιασμένα τον τίτλο μου με μία ελάχιστα σχετιζόμενη με αυτόν, πραγματική μου εμπειρία.


Δεν έζησα τη δική μου Casablanca, ούτε το απόγειο του ρομαντισμού, ούτε όλο αυτό το μελόδραμα. Δεν ξέρω αν θα τα ζήσω -δεν ξέρω αν τα χρειάζομαι.


Και δεν μαγεύομαι από το κλίμα. Δεν μαγεύομαι από την σκηνοθεσία του τότε, ούτε από τα εντυπωσιακά κοστούμια.


Μαγεύομαι μόνο από πέντε λέξεις.
Γιατί παλεύω μια ζωή να μαζέψω τις σκέψεις μου σε λόγια -κι αυτά ή δεν αρκούν ή περισσεύουν.
Κι έρχεται αυτή η φράση, σύντομη όσο μια εκπνοή, μα τόσο γεμάτη.
Πέντε λέξεις. Πώς γίνεται μια ολόκληρη ιστορία να χωρά σε πέντε λέξεις;
Καταιγισμός συναισθημάτων κι ένα μεθυστικό άρωμα νοσταλγίας -έτσι μεταφράζω αυτήν την ατάκα. Αυτά μου φέρνει στο νου. Και, πάντα, ένα χαμόγελο στα χείλη.


Θέλω λίγη μόνο από τη μαγεία της. Γι'αυτό και μόνο, τη δανείζομαι και την κάνω τίτλο. Ίσως, μόνο έτσι να αξίζει να χρησιμοποιείται -αυθύπαρκτα.


“Θα έχουμε πάντα το Παρίσι.”

Πώς νιώθουμε παράφορα...Πώς ζούμε έτσι αδιάφορα...

“Δε θέλω να πικραίνεσαι τις Κυριακές τα βράδια... Χωρίς αυτή τη σκοτεινιά, τα χρόνια μένουν άδεια.”

Νομίζω ότι αυτό το -ούτως ή άλλως μοναδικό- τραγούδι του Μάλαμα, το εκτιμώ διπλά όταν το ακούω Κυριακή. Ίσως αυτό να με καθιστά κάπως κλισέ -εξάλλου, ως γνήσια αντιδραστική, αρνούμαι πεισματικά να ακούσω Παρασκευή το “Friday I'm in love” των Cure. Με αυτό το τραγούδι όμως, ξεχνάω τέτοιου είδους -αλλόκοτες, ας το πούμε ανοιχτά- αναστολές και αφήνω κάθε στίχο να μιλήσει στην κυριακάτικη μελαγχολία μου.

Απ' την άλλη, δεν είναι ακόμα βράδυ, ούτε έχει σκοτεινιά. Αντιθέτως, ο ήλιος υπάρχει έξω από το παράθυρό μου, θυμίζοντάς μου ότι έχει έρθει η άνοιξη. Η σκοτεινιά, όμως, δε φεύγει από μέσα μου. Έχει εγκατασταθεί στο μυαλό και την ψυχή μου, θυμίζοντάς μου πως μια ηλιόλουστη μέρα, δε συνεπάγεται μια ηλιόλουστη διάθεση. Και, σίγουρα, δε συνεπάγεται μια ηλιόλουστη ζωή.


Ο ήλιος λάμπει. Λάμπει το ίδιο για όλους; Διαβάζω το σημερινό κομμάτι της Αυγής για τον Μάριο Ζέρβα.

Πόση αδικία μπορεί να χωρέσει σε ένα γεγονός;


Πόσο κατάφωρη ειρωνεία ηχεί στα αυτιά μου το ότι στη σχολή μου μαθαίνουμε για το Δίκαιο;


Μιλάμε για Δικαιοσύνη και Δικαιοσύνη δε βλέπουμε. Ούτε καν ένα ψήγμα της, παρά μόνο μια επίφασή της, που δεν ξεγελά ούτε τον πιο αφελή.


Νιώθω παγιδευμένη σε ένα αενάως αναπτυσσόμενο οξύμωρο σχήμα, που αντί να αρθεί, επιτείνεται.


Και δε θέλω να μείνω με σταυρωμένα τα χέρια. Θέλω να προσφέρω κάθε μέρα και κάτι παραπάνω.
Γιατί ονειρεύομαι έναν κόσμο ελεύθερο, με την ουσιαστική σημασία της λέξης.
"Λευτεριά σε όλους, είτε είναι μέσα είτε έξω από τη φυλακή" -έτσι είπε ο Μάριος. Και το έθεσε πολύ σωστά.


Γιατί, όπως μου είπαν κάποτε, η μεγαλύτερη πλάνη είναι να νομίζεις ότι είσαι ελεύθερος...
 

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Οι Μεγάλες του Εθνικισμού Παρελάσεις.

Είμαι κατά των παρελάσεων. Ανέκαθεν ήμουν και θα είμαι όσο υπάρχουν.

Ευτυχώς, όταν ήμουν παιδάκι, εκεί τεσσάρων-πέντε χρονών, οι γονείς μου, έχοντας ανάλογες αντιλήψεις με τις σημερινές δικές μου, δε με έτρεχαν σε παρελάσεις, δε μου έδιναν χάρτινη σημαιούλα να κουνάω πέρα-δόθε, ούτε το θεώρησαν ποτέ ως αναπόσπαστο κομμάτι της διαπαιδαγώγησής μου. Και, εκ των υστέρων, τους ευχαριστώ. Αυτήν την παρέκβαση, την έκανα για να δικαιολογήσω αυτό το "ανέκαθεν" που ηχεί υπερβολικό συνοδεύοντας τα μόλις δεκαεννιά μου χρόνια. Και, για να είμαι ακριβής, ίσως στην αρχή να μην τις αντιπαθούσα και να ήμουν απλά απαθής. Έστω. Η μνήμη μου δε με βοηθά ως προς αυτό και, μάλλον, δεν έχει τόση σημασία.

Σημασία έχει ότι από τη στιγμή που άρχισα να καταλαβαίνω τι μου γίνεται, να διαβάζω βιβλία πέραν των σχολικών και να μην ρουφάω σαν σφουγγάρι (Αυτήν την παρομοίωση χρησιμοποιούν στα σχολεία, ότι ο παιδικός νους είναι σαν ένα σφουγγάρι! Πόσο άστοχο: τα σφουγγάρια δε διαθέτουν κρίση! Έτσι θέλουν να μας κάνουν;) τις πληροφορίες, τάχθηκα εναντίον των παρελάσεων. Δεν ήταν και δύσκολο: Ακολουθώντας το πρότυπο του Μουσολίνι και του Χίτλερ, που θέλησαν να διδάξουν στους νέους τη στρατιωτική πειθαρχία, το εθνικιστικό φρόνημα και την ανάπτυξη μιας υπακοής στους ισχυρούς, ο Μεταξάς καθιέρωσε τις μαθητικές παρελάσεις. Μετά την "πολύ όμορφη" κατ'αυτόν, παρέλαση, της 25ης Μαρτίου 1940, γύρισε σπίτι του και έγραψε στο ημερολόγιό του: "Θα υπάρχει, άραγε, τίποτα απ' όλα αυτά όταν πεθάνω;". Και να που υπάρχει.

Γιατί, λοιπόν, οι "Ελληνάρες" μου λένε πως δεν είμαι υπερήφανη για τη χώρα μου όταν λέω πως οι παρελάσεις είναι κατάλοιπο δικτατορίας; Γιατί θεωρείται υπερβολή η λέξη "μιλιταρισμός", αφού για μιλιταρισμό μιλάμε; Στρατιωτάκια δεν είναι οι μαθητές όσο παρελαύνουν; Δε συμμετέχουν σε μία αμιγώς στρατιωτική διαδικασία με έναν αμιγώς στρατιωτικό τρόπο (υπερήφανος, ρυθμικός βηματισμός και τα συναφή); Γιατί δεν εντοπίζονται οι κραυγαλέα εμφανείς διακρίσεις (διάκριση ανάλογα με την απόδοση κάθε μαθητή, χωρισμός σε αγόρια-κορίτσια, ίδια ενδυμασία, ομοιόμορφη κατανομή βάσει του ύψους κλπ.);

Πώς γιορτάζουμε την ελευθερία, γιορτάζοντας την ΕΝΑΡΞΗ ενός πολέμου (αφήνω απ' έξω τα όποια αίτια και σκοπούς και κρατώ τη γενική αυτήν εικόνα); Πώς συνδέεται ο μιλιταρισμός, ο εθνικισμός και οι προαναφερθείσες διακρίσεις, με την ειρήνη και τη δημοκρατία;

Όσο για τους μαθητές που συμμετέχουν στις παρελάσεις, μπορώ να πω με σιγουριά, ότι πολλοί από αυτούς δε γνωρίζουν καν τις συνθήκες/στοιχεία κάθε επετείου ή τα ξέρουν επιδερμικά ή τα έχουν μάθει λανθασμένα. Και δε φταίνε οι ίδιοι, αλλά το εκπαιδευτικό σύστημα, που θέτει ως προτεραιότητα τις πρόβες για την καθιερωμένη παρέλαση και στη συνέχεια την παρέλαση καθεαυτή. Μια παρέλαση που γίνεται, όπως πολλά πράγματα στην Ελλάδα του σήμερα, για το "φαίνεσθαι". Ποιο σχολείο θα έχει τα περισσότερα παιδιά, ποιοι γονείς θα καμαρώσουν το παιδί τους σημαιοφόρο, ποιος θα περπατήσει πιο αγέρωχα. Κάθε ώρα και λεπτό που αφιερώνονται στους σκοπούς αυτούς, θα μπορούσαν εναλλακτικά να αφιερωθούν σε διδασκαλία, προβολές, ομιλίες για το τι -πράγματι- συνέβη τότε, πώς και γιατί συνέβη. Πρόκειται για μια διαμάχη μεταξύ γνώσης και αυτοπροβολής. Μια διαμάχη μεταξύ επιβεβλημένων πληροφοριών και κριτικής σκέψης.

Όλα αυτά, μου έχουν προκαλέσει τα συγκεκριμένα αρνητικά συναισθήματα απέναντι στις παρελάσεις. Όμως, το κείμενο του Δημήτρη Αγγελίδη, που διάβασα χθες στην "Ελευθεροτυπία", ήταν ίσως το κερασάκι στην τούρτα του εθνικισμού. Παρακολούθησα το βίντεο που συνόδευε το κείμενο στο site της εφημερίδας και ένιωσα μόνο ΝΤΡΟΠΗ. Είναι δυνατόν, εν έτει 2010, να ακούγονται συνθήματα όπως «Ελληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι ποτέ, το αίμα σου θα χύσουμε, γουρούνι Αλβανέ»,«Θα γίνει μακελειό, μετά θα εκδικηθώ, όταν θα προσκυνήσετε σημαία και σταυρό», «Τους λένε "Σκοπιανούς", τους λένε Αλβανούς, τα ρούχα μου θα ράψω με δέρματ' απ' αυτούς»;

Τα σχόλιά μου είναι τα εξής: Πέραν του ότι θίγεται η προσωπικότητα ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής από τη δική μας, πέραν του ότι θίγεται η τιμή και η υπόληψή τους, υποβιβάζονται με το χειρότερο τρόπο και με λόγια που δεν αρμόζουν σε μια σύγχρονη, δημοκρατική κοινωνία, αλλά σε μια κοινωνία πρωτόγονη.

Για το "Σκοπιανοί", θα χρησιμοποιήσω το σχόλιο μιας καθηγήτριάς μου στη σχολή, ότι όσοι το λένε, σίγουρα δε θα ήθελαν να αποκαλούσαν τους ίδιους, με αντίστοιχο τρόπο "Αθηναίους".

Περαιτέρω, μιλάμε για αιματοχυσία, για γδάρσιμο, εκδίκηση και προσκύνημα θεοποιημένων συμβόλων (αλήθεια, ας μας πουν οι θρησκόληπτοι κύριοι που κάνουν λόγο για "σταυρό", το "αγαπάτε αλλήλους", γιατί πήγε περίπατο;).

Να θυμίσω ότι όταν τέθηκε το ζήτημα του περιβόητου εξωφύλλου του γερμανικού Focus, ακούστηκαν πολλά και διάφορα για την πρωτοβουλία αυτή των Γερμανών, οι άνθρωποι το πήραν προσωπικά και εξεγέρθηκαν. Σε κάθε περίπτωση, η φωτογραφία που αποτέλεσε την πέτρα του σκανδάλου, απεικόνιζε κάτι το άψυχο, ανεξαρτήτως του τι σημαίνει και αντιπροσωπεύει αυτό για τον καθένα. Όταν ακούστηκαν τέτοιου είδους συνθήματα για ανθρώπους, με ψυχή και αισθήματα, πώς πρέπει οι τελευταίοι να αντιδράσουν;

Όσο για το "Έλληνας γεννιέσαι, δε γίνεσαι ποτέ", τολμώ να πω ότι, όχι, εγώ ΤΕΤΟΙΑ Ελληνίδα δε θέλω να είμαι, ασχέτως του ότι "γεννήθηκα" Ελληνίδα. Και, πάνω στο ίδιο σύνθημα, αναρωτιέμαι: Άνθρωπος γίνεσαι;

Ντρέπομαι που έχει δημιουργηθεί group στο facebook, με τίτλο "ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟ ΤΩΝ Ο.Υ.Κ ΠΟΥ ΦΩΝΑΞΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ", με 3.500 μέλη. Ποια τιμή, ποια δόξα και -κυρίως- ποια πατρίδα; Όποιος ονομάζει συνειδητά τα γεγονότα, ένδειξη πατριωτισμού, πρέπει να έχει πολύ, μα πολύ φτωχό λεξιλόγιο ή άκρατο εθνικισμό/φανατισμό. Διότι, όχι απλά δεν πρόκειται για πατριωτισμό, αλλά προηγούνται πολλοί άλλοι -εύστοχοι- χαρακτηρισμοί, που μάλλον αντίθετοι είναι του προαναφερθέντος.

Ντρέπομαι, για την αναμενόμενη πλην εξωφρενική τοποθέτηση του Λ.Α.ΟΣ.: "αυτοί, οι οποίοι διακινδυνεύουν καθημερινά τη σωματική τους ακεραιότητα για την τιμή της Πατρίδας, διώκονται, γιατί χρησιμοποίησαν συνθήματα που μέχρι πρότινος αποτελούσαν τη σημαία του Έθνους". Δε θα μπω στον κόπο να σχολιάσω τα περί "σημαίας του Έθνους", ούτε θα κάνω νύξη στην κοινή λογική, απλά, ας τους ενημερώσει κάποιος, τουλάχιστον, για τον αντιρατσιστικό νόμο [ Ν.927/1979 (τροπ. 1419/1984)], έτσι, για να μην εξεγείρονται που "αδικούνται" οι "τιμητές" της Ελλάδας.

Ντρέπομαι που κάποιοι επικρότησαν με χειροκροτήματα αυτήν την κίνηση των Ο.Υ.Κ. Ντρέπομαι που πολλούς τους βρίσκει σύμφωνους. Ντρέπομαι που πολλοί ένιωσαν έτσι περισσότερο Έλληνες -γιατί εγώ ένιωσα λιγότερο.

Κυρίως, όμως, ντρέπομαι για όσους σιωπούν. Γι' αυτό, στη θέα των προαναφερθέντων περιστατικών, υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως ποτέ -ποτέ δε θα σιωπήσω απέναντι σε ό,τι με βρίσκει αντίθετη. Διαφορετικά, θα καταλήξω να ντρέπομαι και για μένα την ίδια.


ΥΓ. Το κείμενο που σίγουρα δίνει τροφή για σκέψη και εγείρει ερωτήματα που αφορούν σε περισσότερες ημέρες, πέραν της 25ης του Μάρτη:  http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=145379

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

The 24-hour plays

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010 -Θέατρο Χώρα.

Η πρώτη φορά που πήγα μόνη μου στο θέατρο.  Ήθελα όμως τόσο πολύ να δω την παράσταση αυτήν, που δε με πτόησε τίποτα. Εμπειρία.

Όπως, εμπειρία αποτέλεσε και η παράσταση καθεαυτή.

6 συγγραφείς, 6 σκηνοθέτες, 20 ηθοποιοί και μόλις 24 ώρες για να δημιουργήσουν από το μηδέν μια θεατρική παράσταση, αποτελούμενη από έξι μονόπρακτα, των 15-20 λεπτών.Ο εικοσιτετράωρος μαραθώνιος των συντελεστών ξεκίνησε το βράδυ της Δευτέρας, όταν συγκεντρώθηκαν όλοι στο θέατρο Χώρα. Οι ηθοποιοί είχαν φέρει μαζί τους ένα αντικείμενο και ένα κοστούμι, που αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσης για τους συγγραφείς, οι οποίοι διάλεξαν 3-4 ηθοποιούς για το δημιούργημά τους. Ηθοποιοί και σκηνοθέτες αποχώρησαν και οι συγγραφείς άρχισαν αμέσως να γράφουν, αφού είχαν χρόνο μέχρι τις 6 το πρωί της Τρίτης!

Στις 8 το πρωί, οι σκηνοθέτες έφθασαν στο θέατρο και επέλεξαν το κείμενο που ήθελαν να σκηνοθετήσουν, χωρίς να γνωρίζουν ούτε το συγγραφέα, ούτε και τους ηθοποιούς, ώστε να μην επηρεαστούν καθόλου. Στις 9, με την άφιξη και των ηθοποιών, ξεκίνησαν οι πρόβες, που διήρκεσαν μέχρι αργά το απόγευμα.

Δώδεκα ώρες αργότερα -και, βέβαια, 24 ώρες μετά την πρώτη συνάντηση των συντελεστών- η αυλαία έπεσε και η παράσταση παρουσιάστηκε στο κοινό για πρώτη και τελευταία φορά -ίσως αυτό ήταν και το πιο ενδιαφέρον.

Το πρώτο μονόπρακτο, που έθεσε τον πήχυ ψηλά για τα υπόλοιπα, ήταν αυτό της Λένας Διβάνη, με τίτλο “Ιουλιέτα Καπουλέτι- Καρακωνστάνογλου”, σε σκηνοθεσία Βαρδή Μαρινάκη. Πρωταγωνίστησαν οι: Δήμητρα Ματσούκα, Θάνος Αλεξίου και Πέπη Μοσχοβάκου, με ερμηνείες που εξασφάλισαν την προσοχή του κοινού και χάρισαν γέλιο σε πολλά σημεία του έργου.

Η συνέχεια ήταν εξίσου δυναμική με την αρχή: Το “Dream a Little Dream of Me” του Αλέξη Σταμάτη, κράτησε σε αγωνία τους θεατές ως το τελευταίο λεπτό. Η λύση του μυστηρίου που ταλάνιζε σε όλο το έργο πρωταγωνιστές και κοινό, έφερε στο φως τραγικά γεγονότα, που όμως ενδύθηκαν το γλυκό περίβλημα ενός γνώριμου τραγουδιού. Το έργο ήταν σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου, με τους Δημήτρη Μακαλιά, Μιχάλη Οικονόμου, Δανάη Παπουτσή.

Ακολούθησε το “Για Χαστούκια” του Χρήστου Χωμενίδη, το οποίο σκηνοθέτησε η Μαρία-Λουϊζα Παπαδοπούλου. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης έκλεψε την παράσταση με μια εξαιρετική ερμηνεία. Μαζί του, η Σύνθια Μπατσή και η Yukiko Κροντηρά.

Μετά το σύντομο διάλειμμα, ακολούθησαν τα τρία ακόμη μονόπρακτα.

Σειρά είχε το “Pop” του Γιώργου Ηλιόπουλου, με τους Χριστίνα Κωστάκου, Έλενα Μαυρίδου, Ειρήνη Μπαλτά, Γιώργο Πούλη, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Νανούρη. Το κείμενο του Γιώργου Ηλιόπουλου είχε σκοπό να περάσει σημαντικά μηνύματα, προτρέποντας έμμεσα το θεατή να ψάξει πίσω από τις λέξεις, τους διαλόγους και την εικόνα.

Προτελευταίο στη σειρά, πρώτο όμως στις δικές μου εντυπώσεις, “Το σύνδρομο Μποαμπντίλ” του Απόστολου Δοξιάδη. Το έργο σκηνοθέτησε η Γιολάντα Μαρκοπούλου και πρωταγωνίστησαν οι: Μάνος Κανναβός (δεν θα σχολιάσω τίποτα για την ερμηνεία του, ό,τι και να πω θα είναι λίγο -απλά συγκλονιστικός ηθοποιός), Δανάη Σκιάδη, Κατερίνα Μισιχρόνη και Μαρία Τσαρούχα (σε κάποια σημεία συγκινητική!). Ίσως το πληρέστερο από όλες τις απόψεις έργο της βραδιάς (εντούτοις, γούστα είναι αυτά και περί ορέξεως... -αν σε όλους άρεσαν τα ίδια, η ζωή θα ήταν υπερβολικά μονότονη).

Η ενδιαφέρουσα αυτή βραδιά, έκλεισε με το έργο του Βασίλη Κατσικονούρη, “Η μέρα που πέθανε ο Έλβις”. Πολύ καλές οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών (Τάσος Πυργιέρης, Κώστας Φλωκατούλας, Μαρία Τσιμά), όπως και η σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα.

Αυτό ήταν, εν ολίγοις, το περιεχόμενο του 24-hour plays, το οποίο σίγουρα δεν περιγράφεται σε λίγες μόνο γραμμές. Η παρακολούθηση της παράστασης -και, σίγουρα, ακόμη περισσότερο η δημιουργία της από τους συντελεστές- ήταν κάτι μοναδικό.

Ήταν 24 ώρες, στις οποίες συνοψίστηκαν και προβλήθηκαν τα ωραία και τα δύσκολα της τέχνης: η πίεση, η δημιουργία, το παιγνιώδες στοιχείο της...

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Ακούω την αγάπη... Και δεν ακούω τις σκέψεις μου.

Έχει μπει στο repeat του μυαλού μου αυτό το τραγούδι και δε λέει να σταματήσει. Ίσως επειδή μου ταιριάζει ο ρόλος του ως κατάλληλου soundtrack αυτών των ημερών.
Ίσως γιατί κι εγώ...
Ακούω τους ανοιξιάτικους ήχους, που έφθασαν στην ώρα τους αυτή τη χρονιά.
Ακούω Τρύπες.
Ακούω τη μελωδία που λανθάνει πίσω από κάθε συναίσθημα.
Κυρίως όμως,
"ακούω την αγάπη και δεν ακούω τις σκέψεις μου".
Και μάλλον είναι καλύτερα έτσι. Αυτή η ανοιξιάτικη τάση του να αφαιρούμαι, δεν είναι πάντα κατακριτέα.
Γιατί συχνά οι σκέψεις μας και οι διεξοδικές μας αναλύσεις μπορούν να περιμένουν. Συνήθως, βέβαια, το ξεχνάμε αυτό -και το ξαναθυμόμαστε την άνοιξη.
Τα όνειρα είναι πιο γλυκά σε φόντο ανοιξιάτικο...

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

PACMAN -Θέατρο Χώρα

     Ομολογώ ότι πήγα να δω αυτήν την παράσταση για λάθος λόγους -ίσως σε μια πιο λίγο πιο επιτηδευμένη έκφανση του "είδα φως και μπήκα". Στο θέατρο όμως -και, γενικότερα, στην τέχνη- δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Επομένως, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος και παραμερίζοντας όλα τα υπόλοιπα -που δεν αποτελούν παρά το τεχνικό μέρος, εν προκειμένω και το περιττό- μπορώ να πω ότι η παράσταση με ενθουσίασε.
     Δεν ήταν αυτό που περίμενα -μάλλον γιατί η εικόνα του τι περίμενα ήταν ακόμη θαμπή και την ξεθόλωσε η παράσταση καθεαυτή πριν το επιχειρήσουν οι όποιες εικασίες μου. Και δεν ήταν αυτό που περίμενα, γιατί ήταν κάτι καλύτερο.
     Τέσσερις άνθρωποι στην Αθήνα του σήμερα, οι ζωές των οποίων κινούνται παράλληλα και, κάποιες φορές, τέμνονται, παρόλα αυτά ο καθένας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του όσο προχωράνε τα επίπεδα του παιχνιδιού της ζωής. Μέσα από διαλόγους καθημερινούς και ζωντανούς, ο χαρακτήρας καθενός από τους ήρωες ξεδιπλώνεται και αποκαλύπτονται αδυναμίες, συμβιβασμοί, λάθη και μυστικά.
     Με τρόπο απλό, λοιπόν, μαρτυράται ο ρόλος των συμπτώσεων, η λεπτή γραμμή που χωρίζει θύτες και θύματα, οι ακρογωνιαίοι λίθοι των σημερινών σχέσεων, ο αντίκτυπος των "μεταξύ σοβαρού και αστείου" πράξεων και πρωτοβουλιών.
     Ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιώργος Παλούμπης, εναρμονίζει το ρεαλισμό με το χιούμορ, χρησιμοποιώντας τα ως όπλα για μια απώτερη φιλοσοφική προσέγγιση της αλήθειας των ανθρώπινων σχέσεων. Οι τέσσερις πρωταγωνιστές (Μάνος Κανναβός, Θάνος Αλεξίου, Εκάβη Ντούμα, Ειρήνη Μαργαρίτη) επιβεβαιώνουν με τις εξαιρετικές τους ερμηνείες την υψηλή ποιότητα που ήδη εγγυήθηκε η "πρώτη ύλη" -το σενάριο και η σκηνοθεσία.

Μια παράσταση που ξεφεύγει από το κλισέ του να αποκρύπτει τα κλισέ μας...