Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

το γράμμα

-Το κουβαλούσε μαζί της κάτι λιγότερο από τρεις μήνες. Ο φάκελος είχε τσαλακωθεί λιγάκι και αυτό προσέδιδε στην εικόνα του ένα ψήγμα προχειρότητας. Το περιεχόμενο όμως είχε μείνει όπως ήταν εξαρχής. Όπως έπρεπε να είναι. Του έγραφε σ' εκείνο το γράμμα ό,τι σκεφτόταν, ό,τι ένιωθε κι ό,τι έκρυβε με στρατηγικές κινήσεις απ' όλους, ακόμη κι απ'τη συνείδησή της -κυρίως απ'τη συνείδησή της.
Το κουβαλούσε κάθε μέρα στην τσάντα της, όπως κουβαλούσε τα ταλαιπωρημένα στιχάκια για εκείνον στο νου της. Γιατί; Ήξερε πως δεν θα τον έβλεπε. Όχι, ψέματα. Σ' εκείνους τους τρεις μήνες παρά κάτι είχε τύχει να τον δει. Μια φορά. Πώς να μαζέψεις τόσο θάρρος σε μια και μόνη φορά; Περίμενε τη δεύτερη. Μα όσο περίμενε -κι η δεύτερη εκείνη φορά δεν ερχόταν- κάτι άλλαξε. Άρχισε να τη βαραίνει ο φάκελος. Στην πλάτη και λίγο στην καρδιά.
Η ψυχή της -μέσα σ'εκείνο το φάκελο φυλούσε την ψυχή της, που πήρε ζωή με λιγάκι μελάνι και δυο φύλλα χαρτί. Μα όταν κάτι σε βαραίνει, δεν νοιάζεσαι τι είναι αυτό. Νοιάζεσαι για το βάρος.
Άνοιξε το φάκελο κι έβγαλε από μέσα το γράμμα. Πρώτα πέταξε τον τσαλακωμένο φάκελο -το εύκολο της υπόθεσης. Ύστερα θέλησε να διαβάσει μια τελευταία φορά το γράμμα. Να δει μια τελευταία φορά την ψυχή της.
Θες το βάρος, θες τα μάτια της που ήταν κάπως υγρά -δεν ξεχώρισε γράμματα, ούτε καν σημεία στίξης. Ασυνάρτητες πινελιές από σκούρο μπλε πάνω στο λευκό χαρτί. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Η ψυχή της -ό,τι είχε απομείνει.
Χωρίς να το σκεφτεί άλλο -αρκετές στιγμές είχε αφιερώσει σε τούτη τη σκέψη- έσκισε το χαρτί σε μικρά κομματάκια -νόμισε πως ήταν χιλιάδες, αλλά μάλλον έφταιγε η συγκίνηση- και το πέταξε. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω.

-Κι εκείνος; Τι έγινε μ' εκείνον;

-Νομίζω -νομίζω δεν τον ξαναείδε ποτέ.