Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

New blog on the way!


I have just created a new blog page, given that lately I have had this one quite abandoned. It will focus on poetry, in Greek, Spanish and probably English. I am excited to start this new journey through those new virtual pages, so I invite all the followers of this blog to join me on the new one. I can't promise it will be great but I can promise it will be written with love and honesty, which makes me hope it will be worth your while.

It is called sirenesisomnis.blogspot.com.es ("sirenes i somnis" is translated as "sirens and dreams").
You can visit it right here.

Thank you for everything!

D.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

18:50

Η αγαπημένη μου εναλλαγή χρωμάτων στην πόλη ξεκινά στις 18:50 και διαρκεί μισή ώρα. Από τη στιγμή που ο ουρανός είναι ακόμη φωτεινός και τα πορτοκαλί φώτα του δρόμου ανάβουν πριν το σκοτάδι: προληπτικά, πλεοναστικά και καθησυχαστικά για κάθε περαστικό -οδηγό, ποδηλάτη, πεζό ή επιβάτη του παλιού και παραδοσιακού τραμ της πόλης. Από εκείνη τη στιγμή, που το γαλάζιο βαθαίνει και γίνεται μπλε και καθρεφτίζεται στα νερά, στα τζάμια και στα βλέμματα. Κι η πόλη πορτοκαλίζει αυτόφωτα και είναι ζεστή και γήινη και ζωντανή και ετερόφωτα ονειρική απ' το χρώμα και τους αντικατοπτρισμούς τ'ουρανού της.
Και θες να κρατήσεις στη σκέψη σου εκείνη τη στιγμή, εκείνο το χρωμα που μόνο βαθαίνει, την πόλη που μοιάζει καινούργια σε κάθε απόχρωσή του, τα πρόσωπα που εναλλάσσονται γρήγορα, όσο μια εκπνοή. Και θυμάσαι ότι οι πόλεις είναι φτιαγμένες από μικρές ιστορίες και προσπαθείς να φυλάξεις τις δικές σου και να φτιάξεις καινούργιες, τόσες που να χάνεις το μέτρημα. Κι αναρωτιέσαι πόσες ιστορίες μοιράζονται το ίδιο φόντο με τις δικές σου και πόσες ακόμη γεννιούνται αυτήν ακριβώς τη στιγμή -δίπλα σου, στην επόμενη στάση του τραμ ή σε τόπους που τώρα θα 'ναι ακόμη μεσημέρι και κάποιος ακόμη θα παρατηρεί τις ηλιαχτίδες που ακόμη δεν θα 'χουν κρυφτεί. Και κάπου, κάποιος, ψάχνει έμπνευση· από εκείνο το γαλήνιο φως, από την αρμονία των χρωμάτων κι απ' την πιο υπερρεαλιστική ανάμνηση.
Κι αναπνέεις πιο αργά και πιο συνειδητά και βγάζεις εκείνη τη φωτογραφία και φυλάς εκείνη τη σκέψη και ψάχνεις να βρεις ποιον ποιητή σου θυμίζει εκείνο το στιχάκι και αδυνατείς να καταλάβεις αν θολώνουν τα φώτα ή τα μάτια σου.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

in memory.

Γνώρισα τον Ντάνι στα 22 μου χρόνια, όταν εκείνος ήταν 34. Τότε δεν το γνώριζα και πάντα αναρωτιόμουν πώς ήταν δυνατόν να είχε τόσες σπουδές και εργασιακή εμπειρία και να με περνάει το πολύ έξι χρόνια -είχα θέσει ως ανώτατο όριο ηλικίας του τα είκοσι-οκτώ.
Δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι από την πρώτη στιγμή που βρέθηκα στον ΜΚΟ, όπου εργαζόταν ως δικηγόρος, και μου ανατέθηκε να εργασθώ μαζί του, συνειδητοποίησα πόσα θα μάθαινα από εκείνον. Όπως και έγινε. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμη την εξαιρετικά μεγάλη τύχη μου να μοιρασθώ το ίδιο γραφείο μ'εκείνον. Ευτυχώς, το αντιλήφθηκα γρήγορα: χάρη σε κάθε συνάντηση με κάποιον αιτούντα άσυλο, την οποία μου επέτρεπε να ακούω, κάθε συνέντευξη στο Υπουργείο Εξωτερικών, στην οποία μου πρότεινα να παρευρεθώ, κάθε χαμόγελο όταν με καλημέριζε.
Ο Ντάνι έφυγε από τη ζωή την περασμένη Κυριακή. Μόλις στα 37 του χρόνια. Μόλις μετά από 5 μήνες ασθένειας. Αλλά -το είπα και νωρίτερα- οι αριθμοί δεν έχουν σημασία. Μοιάζει να σε πονάνε περισσότερο, μα, αν άλλαζαν, δεν θα πονούσα λιγότερο και το ξέρω -ούτε περισσότερο, γιατί ξέρω πως δεν γίνεται. Κι έχω τόσες σκέψεις και τόσα συναισθήματα, που δεν χωράνε σ'αυτές τις γραμμές. Πρωτίστως επειδή γράφω χωρίς, ακόμη, να συνειδητοποιώ πως δεν πρόκειται για ένα κακό όνειρο, αλλά για την οδυνηρότερη πραγματικότητα.
Ο Ντάνι δεν ήταν η ασθένειά του. Ούτε ο θάνατός του. Είχε δύναμη και θάρρος και αισιοδοξία και χαμόγελο και ανησυχία για τους γύρω του, όπως σε όλη του τη ζωή. Αλλά δεν ήταν η ασθένεια και ο θάνατός του, γιατί ήταν πολλά περισσότερα. Ήταν ο ατέλειωτος αγώνας για τα δικαιώματα των προσφύγων, ήταν οι αμέτρητες ώρες στο γραφείο -πάντα αδιαμαρτύρητα, πάντα με χαμόγελο-, ήταν ο άνθρωπος που δεν είχα δει ποτέ θυμωμένο· τον είχα δει κουρασμένο, αγχωμένο, θλιμμένο για κάποια ιστορία που είχε μόλις ακούσει, μα ποτέ θυμωμένο. Είναι κάθε ζωή που έσωσε, κάθε ελπίδα που χάρισε, κάθε όνειρο που αναγεννήθηκε χάρη σ'εκείνον. Είναι κάθε συμβουλή που μου έδωσε, κάθε χαμόγελο που μου χάρισε, κάθε νέος δρόμος μου που χαράχθηκε χάρη σ'εκείνον. Θα είναι.
Το πένθος είναι μια περίπλοκη και ιδιόρρυθμη κατάσταση -σχεδόν σαν αυτόνομη ύπαρξη, έξω απ' το σώμα σου, που σε τραβάει σαν μαγνήτης κι αλλάζει τον κόσμο γύρω σου. Κι αυτή είναι η ειρωνεία με την απώλεια του συγκεκριμένου ανθρώπου: αγωνιζόταν για να κάνει τον κόσμο καλύτερο και μόνη η απουσία του αρκεί για να κάνει τον κόσμο πιο άσχημο. Σε μια κατασταση πένθους, πάντα σκέφτεσαι όσα δεν είπες και όσα δεν έκανες. Κι η μόνη συμβουλή που έχω -κι ελπίζω να την τηρώ πάντα- είναι η αναγκαιότητα να μοιραζόμαστε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας με όσους μας είναι σημαντικοί. Τώρα. Όχι κάποτε, όχι σύντομα, όχι αύριο. Τώρα. Γιατί δεν ξέρεις πότε θα 'ναι η μέρα που το αύριο δεν θα έρθει πια. Κι αν κάτι με κάνει να στέκομαι στα πόδια μου, είναι η διαρκής υπενθύμιση στον εαυτό μου ότι είχα πει στον Ντάνι πόσο σημαντικός μου είναι -γιατί εξακολουθεί να μου είναι. Πόσο ευγνώμων του είμαι και πόσο τον ευχαριστώ. Δεν υπέθεσα ότι τα γνώριζε. Δεν επαναπαύτηκα στο ότι τα καταλάβαινε. Του τα είπα. Κι είναι αυτή η σκεψη, στ' αλήθεια, που γεννά ψήγματα φωτός στο σκοτάδι. Και θα είναι.
Στη μνήμη του Daniel Sanjuan Guaita.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

25.

I've always had a thing for birthdays. As a child, I mostly cared about my own birthday, waiting until it was finally there -a bit after Christmas, just a few days after the holidays. I remember being impatient and obsessively counting-down the days: "3 days to go, 2, tomorrow, TODAY". Growing up, I started feeling the same enthusiasm for my favourite people's birthdays. As if it were a chance for me to remember our best moments, how we had grown since their last birthday, the stronger bond we had comparing to last year or the year before. To get to experience this feeling of fulfilment all over again.

25 used to seem so far away and  SO ridiculously grown-up. On my birthday, I'd sit and imagine everything I'd have done by the age of 25 -I guess I've always loved making lists as much as I do now. And here I am. 25. And I've done so much less. And I've done so much more. Life has worked on the most unexpected ways -and I worked along: sometimes choosing the safer paths, but usually following the ones that didn't show what was next; the surprising ones, that were challenging my instincts and teaching me to embrace changes. And I did. And I would do it all over again. That's what it's all about; changing and growing up and trying to do it with dignity or at least a smile on your face. A chance of auto-evaluation, a reward for everything that you've done right, a lesson for whatever it is you've done wrong; a reminder that there's more ahead of you and that you really can make it through.

I am thankful for every little accomplishment, for every detail of each day that proved it was worth it. I am grateful for every new friend that I've made and for every childhood or adolescence friend that's still here, laughing with me for the randomest of reasons until we're out of breath -even if it is through a skype session or via facebook messenger. I'm glad for the good times and I realise there's many of them. But I'm also aware of the importance of the bad ones. I cherish the little -or greater- moments of stress or fear or sadness. For without them, the better moments would just seem dull. It's the hard times that help you grow, anyway.

Thank you, all.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

2016

Δεν υπάρχουν χρονιές ιδανικές. Ούτε αριθμοί περισσότερο ή λιγότερο ευνοϊκοί. Δεν υπάρχουν χρονιές απολύτως ευτυχείς –γιατί, ακόμη κι αν το κατορθώσει αυτό κανείς στον μικρόκοσμό του, βάσει των δεδομένων ή των στόχων που έθεσε, πάντα υφίσταται την ίδια στιγμή η οδύνη –σε κάποια άκρη του κόσμου ή δίπλα μας, ακόμη κι όταν στρέφουμε άθελά μας το βλέμμα αλλού.
Υπάρχουν στιγμές. Κι οι στιγμές δεν έχουν σύνορα, ούτε γλώσσα, ούτε μετριούνται σε χιλιόμετρα ή στα αεροπλάνα που σε χωρίζουν απ’ όσους αγαπάς περισσότερο. Υπάρχουν χαμόγελα και δάκρυα και συζητήσεις και διαφωνίες και φωνές και ψίθυροι και σιωπές. Υπάρχουν μέρες που νομίζεις ότι ήρθε το τέλος του κόσμου –κι άλλες που καταλαβαίνεις ότι ο κόσμος ξαναρχίζει, απλώς και μόνο επειδή ξύπνησες κι αυτό το πρωί.
Και γίνεσαι κι εσύ στιγμή και φως και εκείνο το ξεχασμένο χαμόγελο. Και γίνεσαι χρώμα από τη φωτογραφία που φύλαξες στη μνήμη σου και καθρέφτης από εκείνη τη ματιά και στιχάκι από το τραγούδι που βάφτισες πρωτοχρονιάτικο κι ας μην ήταν εκείνος ο αρχικός του προορισμός: “fem-ho abans de fer-nos grans que demà serà impossible, que demà ja serà tard” (σήμερα, πριν μεγαλώσουμε, γιατί αύριο θα είναι αδύνατο –γιατί αύριο θα είναι ήδη αργά).
...
No existe un año ideal. Ni siquiera fichas más o menos favorables. No existen los años absolutamente felices; aunque alguien piense haberlo logrado en su microcosmo, igual habrá sufrimiento y dolor, en ese mismo momento –sea en la otra orilla del mundo, o hasta en su lado.
Sí existen los momentos. Los momentos que no tienen fronteras, ni idiomas, ni importa la distancia o los vuelos con escala que te separan de las personas que más quieres. Existen las sonrisas y las lágrimas, las conversaciones, los desacuerdos y los gritos y los susurros y los silencios. Existen estos días, en los que crees que es el fin del mundo; y otros días, cuando te das cuenta de que el mundo comienza de nuevo, simplemente porque te despertaste por la mañana.
Y tu también te conviertes en un momento y en luz y en una sonrisa olvidada. Te conviertes en el color de aquella foto, bien guardada en tu memoria. Te conviertes en un espejo que refleja aquella mirada. Y te conviertes en una letra de una canción que siempre te ha parecido adecuada por el primer día del año nuevo, aunque no era destinada a ser una canción navideña: “fem-ho abans de fer-nos grans que demà serà impossible, que demà ja serà tard”

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

10-12-2015.

International Human Rights Day. This is not a celebration. This is a reminder. There is not much to celebrate in a world, where the world "universal" loses its meaning and becomes priviledge of the few, of the West... How could anyone celebrate human rights, when, supposedly, the only requirement is being human -and it is constantly ignored or surpassed by certain criteria?
Today should be a reminder. Remember this day, for every person that was ever deprived of their fundamental rights, just for being different. For every voice that was ever silenced for expressing an opinion. For every human being being critisized, attacked or condemned for their gender, race, nationality, sexual orientation, political or religious views.
For every woman that was ever opressed inside her own family, or discriminated against in her work place, her town, her country; by her supervisors, her colleagues, the society.
Remember every child that ever lost its childhood due to a war, becoming a cold, nameless number. For every child, whose face and name the world would only learn after they were to drown landing on an uknown coast, never to wake up again.
Know them, respect them, defend them. Human rights shouldn't be in question. Neither should human lives.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Today, I am writing for you.

Today, I am writing for you.
Just for you.
You were doomed to a homeless, nameless, lifeless existence; you sacrificed yourself for wars you never chose.
You left your grounds for profits that were never meant for you.
You lost your home, your family and your life for reasons that were never explained to you.
You had your destiny written with bold letters by those who never cared about you.

You gave away your property and your whereabouts. They made you forget your past, grant them your present and doubt there will be a future.

You were screaming, but your lungs were filled with water and noone could hear you. You were drowning.

You became a number. A number counting the money they would earn, the guns they would need and the bullets they would waste. Counting the ones they would kill -and they did.

You still had a smile on. Even when they didn't care about your name. Even when you were a number, or a vague "them", or "just another refugee". Even when the media forgot about your struggle to survive. They never showed your past pictures, or talked about your past life. They never brought up your best friends' names, or your favourite colour, or that old song you used to play in the piano. It would be too much. There would be too many nightmares for the viewers to get to sleep with a clear conscience. Noone wants that. They just want good ratings. And your background was never as idyllic as the West. Even so, you still had a smile on.

We were complaining about the cold and searching for extra blankets in our houses; and you were freezing outside. But you had a smile on.

We were going on and on about the extra work we took home; and you were just dreaming about an education and a profession. You still had a smile on.

We didn't wanna set the alarm so early in the morning and we kept turning it off for an extra five minutes of sleep; you were grateful to finally get some sleep and wishing you could sleep on a real bed again. Yet, you never stopped smiling.

Your smiles make me believe you are forgiving the world for depriving you of your life and replacing it with a simple existence -in the best case scenario. I wish it was as easy for me to forgive myself for watching consecutive deaths on the news and standing there, unable to stop them.

But, please, remember your story. Even when they try to make you forget it -don't. Remember your favourite toy and the first poem they taught you at school. Remember the sunset from the rooftop; the days you were too bored to finish your homework, but you did anyway; the race with your friends, when you kept scoring second place; the fights with your brothers over the silliest reasons; that novel you wanted to write, but were always stuck on the first chapter; the family nights, when everyone ended up disagreeing on everything, but somehow their the best of memories; your favourite teacher and the suit he used to wear; that book that you could swear that was written for your childhood, chapter by chapter.

Remember your past, and let the world learn it, however hard it is. Stay strong on your present; because we all need you to have a future. We do. And today, I am writing for you. All of you.







Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

this is why I am not uploading a french flag profile picture.

No, I am not uploading a profile picture with a special french flag filter. I am not transforming yesterday into a hashtag either.
Not because I do not care about the hundreds of dead and injured, but because Facebook never made such an option, say a Beirut or Baghdad-themed profile picture, or even a tribute to the hundreds of thousands Syrian refugees drowning every day on the coasts of the Mediterranean, right at my home country.
I am sure that every facebook user's intentions are the best -I do appreciate all kinds of symbolism and people's iniciatives to send a meaningful message to their social-media friends and followers. I, myself, do it all the time.
However, days go by and the social media stay silent about everyone killed before yesterday. The obvious conclusion is that, to the social media, to many politicians and States or to the newscasters, some lives are worth more than others -some deaths, too. Apparently, yestarday there was an attack against humanity, but the day before yesterday there wasn't one. No one said there was. Who's to say that only the West has the privilege to form part of "humanity"? Who's to decide that the romantic streets of Paris are better for the eye when used as a cover photo than a sad Baghdad street? It's history repeating itself once again, like the case of Charlie Hebdo -wildely broadcasted- and the school in Kenya -obviously surpassed by the french incident.
I am still in shock when viewing the images of France on TV. But I can't help but wonder why those are the only such images I saw this past week. Politics from all over the world, dressed in black or other suitable colours, wearing their saddest face to express their sorrow. The news, spending hours and hours of unscheduled broadcasting of all the details, expecting their ratings to go up. The public relations experts of facebook trying to find the wittiest way possible for the world to be absorbed by their power. Once again.
My thoughts are in France. But they're also in Baghdad, in Beirut and in an undefined location, in what seems the middle of nowhere, among the Mediterranean waves, following the Syrian refugees, every single day. My profile picture is too small to speak for all of them -but I will, whenever I can. No one has a monopoly on pain, or suffering, or grief. No human life is more valuable than another and it shouldn't be treated as such. No death matters more than another. All deaths matter and we should focus on the fact that those people were marked by the actions, choices and interests of several States eager to sacrifice them in the name of their own profit. That's what war is all about. And it needs to stop. Being discriminated against due to one's race, religion or something as absurd as their postal code, cannot be tolerated. My field of study, Human Rights, are supposed to be granted under the -seemingly obvious- condition of being human. It's high-time this was actually the case. Reality hasn't been supporting humanity lately. But we can. By changing this reality. Starting from ourselves.

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

phosphenes*

Είναι περίεργο να επιστρέφεις στο blog σου μετά από μια τόσο μακρόχρονη απουσία. Είναι σαν να γυρίζεις στο σπίτι σου μετά από μήνες σε άλλη χώρα. Ή στο παλιό σου δωμάτιο, μετά από τόσα μάταια πρωινά που τα μάτια σου άνοιγαν κι έβλεπαν τέσσερις άλλους τοίχους -κι από εκείνους του "εσχάτως" επιστρέφεις σ'αυτούς του "ανέκαθεν". Κι έχω περάσει από εκείνες τις επιστροφές. Κι έχω νιώσει εκείνη τη νοσταλγία του καινούργιου ν'ανακατεύεται με τη θαλπωρή του παλιού και να μου πλέκει ένα κόμπο στο στομάχι και να μην ξέρω αν είμαι χαρούμενη ή λυπημένη.

Κι είναι εξίσου περίεργο να γράφω μετά από τόσον καιρό και να αποφασίζω να γράψω τη χρονική στιγμή που μοιάζει να μην έχω χρόνο μέσα στο 24ωρο και που αναρωτιέμαι και η ίδια για τη συχνότητα και τη συνέπεια που θα μπορέσω -ή όχι- να εξασφαλίσω στο blog μου. Μα δεν πειράζει. Είναι τόσες οι αλλαγές στην καθημερινότητά μου -από το βιογραφικό στη φοιτητική ταυτότητα κι από τη γλώσσα που ακούω στο μετρό μέχρι τον ταχυδρομικό μου κώδικα, μισή χούφτα χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικά απ'το σπίτι μου- που χωράει άλλη μία. Στριμωγμένα κι αόριστα, χωρίς προγραμματισμούς, γιατί -δεν σ'το 'χουνε πει;- εκείνο που αναζητάς, δεν θα έρθει ποτέ με τη μορφή που το περιμένεις. Δεν είναι δική μου σοφία -όσο κι αν θα μου άρεσε να έχω πει κάποια τόσο ουσιαστική φράση, όσο αυτή του Χαρούκι Μουρακάμι.

Διαβάζω δυνατά αυτά που γράφω. Την ώρα που τα γράφω. Όχι για ν' ακούω τη φωνή μου ή το κείμενό μου, ούτε για να το επεξεργαστώ και να 'ναι λιγότερο κουραστικό για τον αναγνώστη. Άλλωστε, το ρολόι του υπολογιστή δείχνει 2 ακριβώς. Το μυαλό που δεν είναι σε θέση να κάνει τη γραφή μου πιο ποιητική. Διαβάζω δυνατά το κείμενο, για να μην ξεχάσω τα ελληνικά μου. Όχι κυριολεκτικά -δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι έχω μεταναστεύσει χρόνια στην Ισπανία, ενώ βρίσκομαι εδώ λίγο παραπάνω από μήνα. Είναι κάτι πέρα απ' αυτό. Η ροή της γλώσσας. Ο ήχος. Ο ρυθμός της. Κάτι από σπίτι, για εκείνα τα βράδια που έχεις ασχοληθεί υπερβολικά πολλές ώρες με τη σύγκριση ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων στα κείμενα του Ισπανικού Συντάγματος τον 19ο αιώνα. Κάτι από σπίτι, πριν ψάξεις την πιο ανάλαφρη ταινία που έχει γυριστεί ποτέ, γιατί μόνο έτσι θα σε πάρει ο ύπνος, με τον ήχο της να σε νανουρίζει κι εσύ να μη νιώθεις την ανάγκη ν' ανοίξεις τα μάτια να την παρακολουθήσεις. 

Ήταν η μέρα των βιβλιοπωλείων εδώ χθες. Ή σήμερα, αν υποτεθεί ότι η μερα τελειώνει όταν πας για ύπνο και όχι όταν το ρολόι δείχνει μεσάνυχτα. Άλλωστε, είμαι πρόμαχος της σχετικότητας του χρόνου, στην ποιητική και συνειρμική της έννοια. Μόνο αυτές κατανοώ. Αγαπώ τα βιβλιοπωλεία, μα κλείνουν τα μάτια μου ήδη και δεν μπορώ να σου πω για εκείνη τη συναυλία με τον τραγουδοποιό και την κιθάρα του, ανάμεσα στα χρώματα των βιβλίων, σ'εκείνο το μικρό βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Της τωρινής μου γειτονιάς. Και θέλω να σου πω κι άλλα, μα κλείνουν τα μάτια μου. Για τον υπάλληλο εκείνου του ίδιου βιβλιοπωλείου που με άκουγε να του απαριθμώ χαρακτηριστικά του παραλήπτη του δώρου που έψαχνα και υπομονετικά μου έδωσε ένα σωρό εναλλακτικές μέσα στις οποίες ένα βιβλίο που ερωτεύτηκα και το πήρα σπίτι κι έχω ρωτήσει σχεδόν όποιον ισπανόφωνο ξέρω αν το έχει διαβάσει. Κι οι καλύτερες ιστορίες από βιβλιοπωλεία είναι εκείνες που δεν μπορώ ν'αποδώσω περιληπτικά. Βλέπεις, κλείνουν τα μάτια μου. Καληνύχτα.


*(n): the colours, or "stars" you see when you rub your eyes.



Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Ο εικονιζόμενος τυπάκος μένει στο πρώτο στενό μετά το σπίτι μου. Είναι μεγάλος κι η ουρίτσα του είναι κομμένη, παρόλα αυτά δεν είναι φοβισμένος. Κάθεται, το πρωί νωρίς στην αυλή του και τρέχει να με χαιρετήσει πίσω απ'τα κάγκελα, και αργότερα τον αφήνουν να βγαίνει έξω και να κάνει βολτούλες στη γειτονιά. Συνήθως ψάχνει να βρει τη γωνιά που φωτίζεται περισσότερο απ'τον ήλιο και αράζει εκεί. Κοιτάζει με περιέργεια όσους περνούν από δίπλα του -κι όσους γνωρίζει πια, σηκώνεται να τους χαιρετήσει. Έτσι σηκώνεται κι όταν τον βλέπω πηγαίνοντας στη δουλειά ή επιστρέφοντας στο σπίτι. Κι όσο κι αν βιάζομαι, σταματώ να τον χαιρετησω. Κι εκείνος με ακολουθεί για μερικά βήματα κι ύστερα στέκεται και με κοιτάει μέχρι να στρίψω. Κι όλο ήθελα να τον βγάλω μια φωτογραφία κι όλο το ξέχναγα. Μα σημερα το θυμήθηκα -βιαστικά και γρήγορα, γιατί λίγο πιο πέρα ένας κύριος, με τον χαρτοφύλακά του στο χέρι, περίμενε να χαιρετήσει κι εκείνος τον αγαπημένο του γείτονα πριν πάει στη δουλειά. Ο φιλος μας, βλέπετε, βρισκει χρόνο κι αγάπη για ολους.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

all this time I was finding myself

Σταθμός Λαρίσης, 14/12/2013. 22:20. Κάθομαι ακριβώς απέναντι από την ταμπέλα που γράφει "ΑΘΗΝΑ-ATHENS". Το τρένο θα έρθει σε μία ώρα. Και βάλε. Και ποιος ξέρει πότε θα φύγει! Θα είμαι Λάρισα τα ξημερώματα. Έχω στο στομάχι μου αυτόν τον κόμπο, όπως κάθε φορά πριν από κάποιο ταξίδι -μικρό ή μεγάλο. Κάνει κρύο, αλλά έχω ντυθεί καλά και δεν με πειράζει. Δίπλα μου κάθεται ένα ζευγάρι, γύρω στα είκοσι. Μιλούν δυνατά και ακούω τον διάλογο καθαρά, χωρίς να το προσπαθώ και χωρίς να το θέλω.

-Η Α. πάει στην Αγγλία τώρα.
-Τι πάει να κάνει;
-Εκεί είναι ο γκόμενός της.
-Ποιος είναι ο γκόμενός της;
-Γιατί, τον ξέρεις;
-Ο ...ο τέτοιος;
-Ο απαυτός.
-Αυτός που είχε στο λύκειο;
-Όχι, άλλος.
-Πόσων χρονών;
-Σαν εμάς.
-Και τι κάνει στην Αγγλία;
-Μένει εκεί για πάντα.
-Αλήθεια;
-Ναι.
-Και πότε τον βλέπει;
-Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι.
-Και γιατί τον έχει γκόμενο;
-Θες να τη ρωτήσουμε;

Και κάπου μου ήρθε η εικόνα της Α. και, χωρίς να την ξέρω, καταλαβαίνω ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν οι φίλοι της. Είναι από εκείνα που, αν δεν τα ζήσεις, δυσκολεύεται να τα συλλάβει ο νους. Είναι από τις ιστορίες όπου δεν πρωταγωνιστούν άνθρωποι, μα συναισθήματα. Λίγο ο σταθμός του τρένου, λίγο το ζευγάρι δίπλα μου που δεν νοιαζόταν για το κρύο ή την αναμονή -αρκεί που ήταν μαζί- λίγο η Α. με την επιμονή και την επιμονή της, κι ο νους μου φεύγει απ'τον σταθμό Λαρίσης, απ'την Αθήνα, απ'την Ελλάδα και ταξιδεύει εκεί όπου κατοικούν καιρό τώρα οι πιο όμορφες απ'τις μνήμες μου. Στιγμιαία, φοβισμένα -μη και ξεμείνει εκεί και μ'αφήσει μόνη. Πιο μόνη από τώρα.
Βάζω τα ακουστικά μου και ψάχνω βιαστικά κάποιο τραγούδι στο κινητό μου -όποιο να 'ναι. Ίσα-ίσα να μην ακούω το βουητό των τρένων, να μην ακούω τη συζήτηση των παιδιών δίπλα μου, να μη μάθω άλλα νέα της Α., να μη σε ψάξω πίσω απ'την αφήγηση για τους έρωτες που άντεξαν στον χρόνο και στα χιλιόμετρα. Να μη σε βρω.


Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

maybe tomorrow

Κοιτάζω τον καθρέφτη απέναντί μου. Σχεδόν δεν ανοιγοκλείνω καν τα μάτια. Ώσπου να θολώσει η μορφή μου, να χαθεί η ματιά μου και το μόνο που βλέπω να είναι θολά σχήματα. Δεν με παρηγορεί που τα μαλλιά μου μάκρυναν επιτέλους. Ούτε δίνω σημασία που τα μάτια μου κοκκίνησαν από το κλάμα. Θα το επέτρεπες αυτό; Αν ήμουν εκεί, θα με άφηνες να κοιτάω τις τελευταίες γραμμές στο τετράδιό μου και να κλαίω ασυναίσθητα, σχεδόν μηχανικά; Αν ήσουν εδώ; Φίλοι, διαλείμματα απ'το διάβασμα, συζήτηση για τα τυπικά, συζήτηση για τα υπόλοιπα και "κατέβασε αυτή τη φωτογραφία πια" και το βλέμμα μου να αρνείται πιο πεισματικά απ' ό,τι οι λέξεις μου κι εσύ να έρχεσαι πιο πολύ απ' ό,τι θα 'πρεπε στον ύπνο μου κι εγώ από αυτήν την πραγματικότητα να διαλέγω τ'όνειρο και τα μάτια μου να θολώνουν χωρίς να χρειαστεί να κοιτάξω εκείνη την παλιά φωτογραφία κι εσύ να μου λείπεις, να μου λείπεις και να πέφτω ξημερώματα στο κρεβάτι και να σκέφτομαι τις σελίδες που θα ξεφυλλίσω αύριο και να εύχομαι να έρθεις πάλι στον ύπνο μου. Τελευταία φορά. Καληνύχτα.

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

heartbeats

Φοβάμαι. 
Αν σου περιγράψω με μια λέξη τι νιώθω, αυτό θα σου πω: Φοβάμαι.
Εσένα, εμένα, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
Φοβάμαι ότι έχω συνδέσει υπερβολικά πολλά τραγούδια με τα μάτια σου, υπερβολικά πολλές ημερομηνίες με το πρόσωπό σου, υπερβολικά πολλά γεγονότα με την ύπαρξή σου.
Και ψάχνω καινούργια τραγούδια, από συγκροτήματα, των οποίων αγνοούσα την ύπαρξη.
Και γράφω καινούργιες ημερομηνίες στο ημερολόγιο, με ιστορίες από τη νέα μου ζωή, με πρωταγωνιστές τους νέους μου φίλους, με ονόματα άφθαρτα, όσο κι οι ιστορίες μου μαζί τους. Λιγότερο δράμα, λιγότεροι συνειρμοί, λιγότεροι στίχοι στα καταλανικά, καμία σκηνή από εκείνη την ταινία με τις γειτονιές του Μπουένος Άιρες. 
Και πρέπει να κοιμηθώ -πώς θα ξυπνήσω να πάω στη δουλειά;- και πρέπει να αρχίσω διάβασμα και πρέπει να ξεκολλήσω κάποια στιγμή τη φωτογραφία μας από τον πίνακα ανακοινώσεων του δωματίου μου και πρέπει ν'ακούσω αυτό που μου είπαν πρόσφατα και να σκέφτομαι μόνο το παρόν.
Καληνύχτα.



Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Σκόπευα να κοιμηθώ στις 23:00. Είναι ήδη 02:16. Όχι ότι δεν το προσπάθησα -απλώς δεν το κατάφερα. Πρέπει να αδειάσω λίγο το μυαλό μου για να πετύχω στο εξής, αν μη τι άλλο, ένα επτάωρο ύπνου. Τα Fallas τελείωσαν κι εγώ πρέπει να ανασυγκροτηθώ. Ήταν περίεργο σήμερα το θέαμα στους δρόμους. Απομεινάρια των κατασκευών, οι υπαίθριες καντίνες κλειστές, ο κόσμος έξω δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνον των περασμένων ημερών -ούτε σε αριθμό, ούτε σε διάθεση. 
Τα Fallas χωρίς εσένα. Η Valencia χωρίς εσένα. Τα πορτοκαλί φώτα του δρόμου, που χρωματίζουν την κουρτίνα του δωματίου μου. Του καινούργιου -εκείνου που δεν είδες ποτέ.  
Και, κάπως έτσι, σκέφτομαι τα κεφάλαια που κλείνουν. Περιμένω τα κεφάλαια που ανοίγουν. Μα, πάνω απ'όλα, προσπαθώ να ζω τη μόνη στιγμή που έχω δεδομένη: αυτήν. 

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

“Papá, cuéntame otra vez": El movimiento estudiantil español, antes y ahora


El movimiento de estudiantes en España ha sido relevante en la confrontación política desde mediados del siglo XX, aunque su papel y relevancia ha ido variando en distintos momentos. 

Remitiéndonos a los acontecimientos históricos, uno de los primeros momentos en que los estudiantes universitarios españoles muestran su fuerza será en 1968, en plena dictadura franquista. Los estudiantes, principalmente en la ciudad de Madrid, se rebelaron contra la dictadura en distintas movilizaciones en las calles y con la efervescencia de protestas culturales que, enmarcadas en los hechos de las revueltas internacionales de los años 60, presentaron un hito en las movilizaciones de estudiantes de España. Prueba de aquellas revueltas son las canciones protesta del cantautor Raimon con un mítico concierto en la Universidad o, más adelante, la canción que les rindió tributo de Ismael Serrano “Papá cuéntame otra vez”.

Aquellas protestas, que habían seguido a algunas otras menos ruidosas pero también importantes algunos años antes, empezarían a marcar la lucha en la calle contra el franquismo. En el ámbito de la universidad se desarrolló buena parte de las movilizaciones, entonces principalmente secretas, contra la represión y por la libertad.

Universitat de Valencia,Facultat de Geografía e Historia
Con la llegada de la dictadura, las aulas no se calmaron y siguieron siendo núcleos de la protesta, en torno a la universidad se creaban debates y se encendía la lucha, siempre cercana a la voz de la calle. Cabe decir que sería en los finales de los setenta, con el nacimiento de la democracia, cuando la universidad recobró buena parte de la voz que no había tenido antes y la acción de las asociaciones de padres y madres de alumnos tuvieron una influencia importante en la construcción de las escuelas de la democracia.
En los años ochenta las movilizaciones ciudadanas seguirán cerca de la universidad, sobre todo a partir de 1986, cuando se produce el primer gran distanciamiento entre el gobierno socialista y las bases sociales al rechazar gran parte del clamor social la entrada en la OTAN y algunas otras medidas principalmente económicas como será el Plan de Empleo Juvenil, será en ese tiempo cuando los estudiantes vuelvan a salir a la calle para protestar con fuertes movilizaciones.


La lucha de los estudiantes siempre ha estado muy cercana a las inquietudes del resto de la sociedad, buena parte de los estudiantes españoles provienen de las clases medias y la lucha de unos se encuentra cerca de la de los otros.

Las protestas de los estudiantes españoles siempre han estado muy vinculadas a los principales movimientos sociales, han sido muy activas en las protestas contra las grandes reformas educativas, aunque con escaso éxito. En la primera década de los años 2000 las protestas contra la integración del Plan Bolonia serían masivas, llegando a ocupar los estudiantes algunas universidades y a realizar protestas de forma continuada, pero sus éxitos seguirían siendo mínimos, pues las instituciones políticas siempre miraban hacia otra parte y la voz de la comunidad educativa no siempre fue de la mano.

También han sido destacadas las movilizaciones de los estudiantes en contra de los duros recortes que la actual crisis económica tiene sobre el ámbito de la educación. Una de las primeras muestras fue la toma de la calle que se produjo en febrero de 2012 en la ciudad de Valencia a consecuencia de la desproporcionada violencia que la policía ejerció contra un grupo de estudiantes menores de edad que cortaron las calles del centro sin autorización para protestar por los recortes en calefacción y servicios básicos. La desmesurada reacción policial originó un seguido de protestas en las calles de la ciudad durante los días siguientes, que se saldaron con múltiples heridos y detenidos y apenas tuvieron consecuencias políticas.

La actual crisis económica está afectando a los estudiantes en diversos sentidos. Los recortes están obligando a reducir la oferta de servicios a los estudiantes (menos profesores, menos grupos docentes,…), al mismo tiempo que los precios de estudiar en la universidad han subido más del 20% en la primera matrícula (hasta un 75% para la tercera vez que un estudiante se matricula de una asignatura) y se han recortado las ayudas y becas a los estudiantes, que siempre fueron escasas en España.

La mala situación de la educación no es lo único que lleva a los estudiantes a salir a la calle, las elevadas tasas de desempleo entre los jóvenes menores de 25 años se situaban en octubre de 2012 en el 52’9%, una cifra desconocida hasta ahora y que desmoraliza a la juventud española. Es esta generación de jóvenes la más y mejor preparada de la historia del país y la que menos posibilidades está teniendo. Esta situación lleva a que muchos jóvenes hayan tenido que abandonar el país emigrando a otros lugares del norte de Europa buscando mejores oportunidades.

A lo largo de este curso las protestas siguen en la calle y los estudiantes han protagonizado algunas de las marchas más multitudinarias contra los recortes pero a la vista de que las huelgas y manifestaciones tienen un efecto reducido empiezan a proponerse nuevos métodos de acción como ha sido el hecho de sacar algunas clases a la calle en la ciudad de Madrid. Los nuevos tiempos exigen nuevas formas de movilización y las nuevas herramientas como internet están permitiendo nuevas formas de lucha. Los estudiantes españoles se organizan principalmente entorno a asociaciones, organizaciones propias y sindicatos que los representan en las distintas instituciones.


En los últimos meses, por la gravedad de la crisis, las protestas están siendo cada vez más masivas y la acción de la policía se ha hecho más dura para responder a las movilizaciones de los estudiantes, buena muestra de ello son las manifestaciones en Valencia de febrero o, más recientemente, a lo largo de las últimas huelgas y manifestaciones en muchas ciudades españolas. 



Es difícil pronosticar hacia dónde va a ir la movilización de estudiantes en los próximos meses, pero es seguro que las protestas no van a terminar aquí: la situación es complicada porque han empeorado las condiciones para los estudiantes (menos ayudas y becas para estudiantes, recortes, reducción de oferta) y el futuro está oscuro con la gran dificultad de encontrar una salida profesional decente dentro del país antes de buscar oportunidades fuera. Además, las reformas que se están impulsando sin escuchar a la comunidad educativa parece que distanciarán todavía más a los estudiantes de las instituciones políticas. Ante este nuevo momento es probable que aparezcan nuevas formas de movilización más allá de huelgas y manifestaciones. Los estudiantes se encuentran concienciados y activos en la lucha y dispuestos a buscar otras formas de protesta para hacer llegar sus reclamaciones a quienes tienen la obligación de cumplirlas, como se ha visto en los últimos meses. La decepción y frustración que en estos momentos reina en la sociedad empujará a  más estudiantes a salir a la calle y, de nuevo, los jóvenes buscarán volver a tener voz en el tiempo que se abre.

Valencia, 14/11/2012.
    Víctor Pons

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

31.12.2012


Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ξύπνησα με δυσκολία. Όπως χθες και προχθές. Άργησα να σηκωθώ, άργησα να ετοιμαστώ, άργησα να ξεκινήσω το διάβασμα. Άργησα.
Κι αν δεν έγραφε 31/12/2012 το ημερολόγιο, ίσως να ήταν μια μέρα σαν όλες τις προηγούμενες. Μα, ανέκαθεν ζούσα με συνειρμικές μεταβάσεις από τη μια επέτειο στην άλλη.
Μια ημερομηνία είναι μόνο ένας αριθμός και κάθε επέτειος ένα σημείο αναφοράς για να διαπιστώνουμε πόσο αλλάξαμε εμείς κι ο κόσμος γύρω μας. Ο κόσμος και οι άνθρωποι που τον προσδιορίζουν. Και, κάπως έτσι, σκέφτομαι τη χρονιά που πέρασε. Κλασσικά και προβλέψιμα -κοινότοπα σχεδόν- συνειδητοποιώ την ταχύτητα, με την οποία κυλάει ο χρόνος. Με συναρπάζει και με τρομοκρατεί. Ναι, ταυτόχρονα.
Το 2012 ταξίδεψε το σώμα, ο νους και η ψυχή μου. Μετακόμισα 3422 χιλιόμετρα δυτικά της Αθήνας. Έπαψα να φοβάμαι τις αλλαγές. Άρχισα να κρατάω ημερολόγιο. Έβγαλα αμέτρητες φωτογραφίες, στην προσπάθειά μου να φυλάξω στιγμές -να τρέφομαι απ’αυτές, όταν ξαναγυρίσω σελίδα. Γέλασα μέχρι δακρύων. Έκλαψα μέχρι να μου κοπεί η ανάσα. Αθέτησα υποσχέσεις. Έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου να κάνω μόνο πράγματα που με ευχαριστούν –το χάνω και το ξανακερδίζω κάθε μέρα. Συνεννοήθηκα σε διαφορετικές γλώσσες. Θύμισα στον εαυτό μου πως οι σκέψεις έχουν γλώσσα, μα τα συναισθήματα όχι.
Έχασα ανθρώπους, βρήκα ανθρώπους -και κάποιοι έμειναν σταθεροί στη θέση τους, να μου θυμίζουν ότι κάπου, κάπως, η ισορροπία είναι επιτεύξιμη κι όχι απλό προϊόν της φαντασίας μου.
Κι όλοι τους, μου έμαθαν από κάτι: να μη λέω "ποτέ" ούτε "για πάντα", να ζω μόνο τη στιγμή, ν’ απαριθμώ κάπου-κάπου στον εαυτό μου εκείνα, για τα οποία νιώθω τυχερή.
Το πρόβλημα με τον χρόνο; Δεν είναι ποτέ αρκετός. Κι άθελά μου, σκέφτομαι ξανά εκείνο το  τραγούδι στα καταλανικά –το δώρο που αγάπησα περισσότερο από τη χρονιά που φεύγει: «Fem-ho […] que demà sera impossible, que demà ja serà tard».
Μηχανικά, αυτόματα σχεδόν, λέω από μέσα μου τη μετάφρασή του, σε μια προσπάθεια να το υπενθυμίσω στον εαυτό μου:«Σήμερα.[…] Γιατί αύριο θα είναι αδύνατο. Γιατί αύριο θα είναι ήδη αργά.»


*Όπως δημοσιεύθηκε στον Φοιτητικό Παλμογράφο.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

better together

Με ρωτούν γιατί έχω πάψει να γράφω στο blog μου.

Λίγο γιατί είναι όλα καινούργια κι έντονα και παράξενα κι όμορφα και προτιμώ να τα ζω πρώτα και να κάτσω να τα γράψω μετά.

Λίγο γιατί έχω το ημερολόγιό μου -ιδέα της Αθανασίας- κι όσα είναι απαραίτητο να καταγραφούν, μένουν στο χαρτί. Πάντα το προτιμούσα απ'την οθόνη. Κι ας τρεμουλιάζουν τα γράμματα. Κι ας στραβώνουν οι γραμμές. Κι ας μαρτυρά ο γραφικός χαρακτήρας τη διάθεσή μου.

Λίγο γιατί είμαι χαμένη στη μετάφραση. Σκέφτομαι ελληνικά, μα ζω Ισπανικά. Κι αυτούς τους τρεις μήνες και κάτι, ονειρεύτηκα, ερωτεύτηκα, πόνεσα, γέλασα -στα Ισπανικά.

"Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, δεν θ'άλλαζα τίποτα" είπα στην Αθανασία. Το εννοούσα. Το εννοώ.
Κι όσο περνάει ο καιρός, όσο λιγοστεύουν οι μέρες μου εδώ, όσο πλησιάζει η επιστροφή μου, σκέφτομαι μόνο τα "ευχαριστώ" που δεν είπα, τα χαμόγελα που δεν χάρισα, τις ευχές που έκρυψα, τις υποσχέσεις που δεν κράτησα.

Και δεν πειράζει που δεν μπορώ να αφιερώσω τον στίχο του Παυλίδη που νιώθω.
Δεν πειράζει που κάθε 15 του μήνα και κάθε 22 με πιάνει ένας κόμπος στο στομάχι και μ'εμποδίζει ν'αναπνεύσω καλά.
Κι αν μπορούσα να πω μια φράση -μια μόνο φράση- θα ήταν: Te echo de menos. De verdad.



Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Αγαπητέ καλοκαιρινέ έρωτα...


Θα νόμιζες ότι κανείς δεν ασχολείται μαζί σου πια. Οι διακοπές είναι λίγες, τα προβλήματα πολλά κι αυτή η αντίθεση συρρικνώνει το ίδιο το καλοκαίρι στην ύλη και την ουσία του. Μα, έχεις μάθει να έρχεσαι απρόσκλητος, όταν εσύ το αποφασίσεις. Λίγο το νησί, λίγο το ηλιοβασίλεμα, λίγο ένα ζευγάρι μάτια, που το χρώμα τους μοιάζει με αυτό της θάλασσας και καταφέρνεις -ξανά- να γίνεις η προτεραιότητα. Βιαστικά, φευγαλέα και σύντομα. Θνησιγενώς. Μα, δεν σε νοιάζει. Σου αρκεί η επιβεβαίωση της στιγμής. 
Κι εμείς αργούμε να σε αναγνωρίσουμε -κι ο χαμένος χρόνος μοιάζει να είναι ακόμη περισσότερος, αφού το ρολόι μετρούσε αντίστροφα εξαρχής- μα, όταν το πετύχουμε, σου χαμογελάμε από μακριά και θυμόμαστε όλα τα κλισέ τύπου "ζήσε τη στιγμή/ άδραξε τη μέρα". 

Κι έχουν γραφτεί για σένα τραγούδια κι έχουν γυριστεί ταινίες κι έχουν αφιερωθεί σελίδες σε περιοδικά, που δεν καταδέχομαι να διαβάζω, γιατί νιώθω να παίρνουν σάρκα και οστά τα στερεότυπα που απεχθάνομαι πιο πολύ. Κι  αντ'αυτών, ψάχνω ειδήσεις στο ίντερνετ -ποτέ στην τηλεόραση- και βλέπω κοινωνικές ταινίες κι ακούω τραγούδια με λιγότερο ρηχό στίχο και διαβάζω άρθρα με λιγότερο ρηχό τίτλο. Παρόλα αυτά, ήρθες. Την ώρα που οι άλλοι συζητούσαν για τα ρατσιστικά εγκλήματα, την Εφορία και τον Ξένιο Δία, εγώ ετοίμαζα βαλίτσες, όπου έβαλα μέσα τα πάντα, εκτός από τη λογική μου.

Να ξέρεις, μου έμαθες πολλά: Άφησα τον οργανωτικό και υπεραναλυτικό εαυτό μου στην Αθήνα και προσπάθησα να βλέπω μόνο το "τώρα", μη έχοντας ούτε εκείνο δεδομένο, με μένα αποδιοργανωμένη και έρμαιο του χάους που προκαλείς από τη φύση σου.
Έγινα, προς στιγμήν, ολιγαρκής και μ'ενδιέφεραν μόνο τα βασικά: μια καλημέρα και το ύφος, με το οποίο λέγεται. Ούτε πολιτικές συζητήσεις ευκαίρησα να κάνω, ούτε να συγκρίνω απόψεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε να ρωτήσω για εκείνη την οικονομική εφημερίδα που ήταν πάνω στο τραπέζι. Εσύ φταις. Μου έκλεψες όλο τον ορθολογισμό και δεν μου έδινες πίσω ούτε ψήγμα του, ώσπου να τελειώσουν οι διακοπές μου -κάτι θα ήξερες παραπάνω από μένα...
Και, κάπως έτσι, εγώ αφαιρέθηκα, ξεχάστηκα. Τα προβλήματά μου ξεθώριασαν, κρυμμένα στο πίσω μέρος του μυαλού μου, όσο το κέντρο του κόσμου ήταν, για λίγο, τα πιθανά θέματα συζήτησης μ'εκείνον που επέλεξες για μένα.

Καλοκαιρινέ έρωτα, σε χρειαζόμαστε. Τώρα, περισσότερο από ποτέ. Γιατί είσαι ταυτόσημος με την ταχυπαλμία και τη νοσταλγία. Κι αυτή είναι η μόνη κατηγορία άγχους που, πλέον, δεν έχουμε και -τραγική ειρωνεία, θα πεις- η μόνη που μας είναι απαραίτητη. Έτσι, για να ερωτευόμαστε μια στιγμή, δυο λέξεις κι ένα χαμόγελο -ίσα, ίσα για να επιβιώσει και το δικό μας έναν ακόμη χειμώνα. Να θυμόμαστε το μυστήριο, για το οποίο μιλούσε ο Τομ Ρόμπινς, στον Τρυποκάρυδο, να συγκρατούμε ημερομηνίες σαν έφηβοι και να τις συνδέουμε με θετικά περιστατικά -έτσι, κατ'εξαίρεση. Αν όχι εσένα, το χειμωνιάτικο αδελφό σου, ένα καλό τραγούδι στο ραδιόφωνο, μια φιλική αγκαλιά, μια τηλεφωνική συνομιλία. Αυτά που, όλοι εσείς, αντιπροσωπεύετε: ένα διάλειμμα.
Κι αν  ακόμη είσαι πλατωνικός, δεν πειράζει -γιατί κι αυτό μοιάζει ακόμη πιο ποιητικό και φιλοσοφικό. Μα δεν μπορώ να το εξηγήσω καλά, γιατί έχω ριζώσει πάνω απ'τα βιβλία της Σχολής, μήπως πάρω το πτυχίο μου και ξέρω να σου πω μόνο ό,τι ήταν στην ύλη. "Τα σημαντικότερα είναι πάντα εκτός ύλης" μου είπαν κάποτε. Δεν το ξέχασα ποτέ. Ούτε κι εσένα.





no more talk could take me from this pain I'm in.

Πόσες μέρες έμειναν; 6 και σήμερα.
Πότε ήταν που σου έλεγα "Σε 5,5 μήνες φεύγω -όχι αύριο";
Ε, τώρα πλησιάζει αυτό το "αύριο". Και θέλω να φύγω. Και φοβάμαι να φύγω. Και σκέφτομαι την Ισπανία. Και σκέφτομαι την Ύδρα. Και σκέφτομαι εσένα. Και βάζω ν'ακούσω Black Keys -ύστερα από καιρό...

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012