Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποχαιρετισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποχαιρετισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

you know that I could use somebody.

Δεν είναι τίποτα: θα μου επιστρέψεις το βιβλίο που έχεις δανειστεί κι εγώ εκείνη τη φράση σου, που έχω σιχαθεί να χρησιμοποιώ. Θα μιλήσουμε για τα πάντα, εκτός από το πώς νιώθουμε. Θα σου πω για τις διακοπές μου και θα παραλείψω, τεχνηέντως, τα σπουδαιότερα και μετά θ'ακούσω για τις δικές σου -τα βασικά μόνο. Αφού σ'αρέσει να μιλάς λίγο. Αφού προτιμάς να μιλάω εγώ και να ακούς χαμογελώντας και μετά να θυμάσαι τα πάντα. Θα 'ναι σαν όλες τις άλλες φορές, μα θα διαφέρει απ'όλες τους. Θα φύγω και θα φύγεις. 
Γι'αυτό σου λέω -θυμήσου το βιβλίο μου, ας λύνονται μία-μία οι εκκρεμότητες. Ή, ξέρεις τι; Αν το ξεχάσεις, κράτα το. Έτσι κι αλλιώς,  το χάλασες. Ανήκει κι αυτό στο κομμάτι της μνήμης μου που φυλάει εκείνες τις δύο ημερομηνίες -ή, μάλλον όχι, τρεις είναι, μια φθινοπωρινή και δυο ανοιξιάτικες-,  εκείνη την ταινία, εκείνο το συγκρότημα, εκείνον τον ποιητή, εκείνο το μαγαζί, εκείνον τον στίχο -όσα έχω συνδέσει με το πρόσωπό σου. 
Αυτή είναι η μια από τις δύο κατάρες όσων γράφουν: οι συνειρμοί. Η δεύτερη είναι ότι καταδικάζονται, μαζί με τις λέξεις, να αφήνουν στο χαρτί κι ένα κομμάτι της ψυχής τους -και δεν τους επιστρέφεται, μέχρι να γράψουν κάτι καινούργιο. Κι εγώ -πάντα τυπική- τα έχω μοιράσει στο μισό: μισή στο χαρτί, μισή για σένα. Την τελευταία, δεν θα την έχω ποτέ πίσω. Το ξέρεις, κάπου στο βάθος, κι εσύ.


Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

farewell.

     Έχω πει πολλές φορές "τέλος" -κι άλλες τόσες "είμαι καλά τώρα, είμαι μια χαρά". Κι όμως, δεν ήμουν καλά-μια χαρά, γι' αυτό ακριβώς δεν ίσχυε και το τέλος.
     Τα σημαντικά γεγονότα, λένε, συμβαίνουν τη στιγμή που δεν τα περιμένεις. Κι όσο κι αν μ' ενοχλεί να επιβεβαιώνω κοινότοπες -πληκτικές σχεδόν- φράσεις, αναγκάζομαι για μία ακόμη φορά να το κάνω. Έτσι ακριβώς, ξημέρωσε ένα πρωί διαφορετικό από τ' άλλα. Ήμουν πιο αποφασισμένη, πιο δυνατή, μια στάλα λιγότερο φοβισμένη και πολύ ανυπόμονη για τη συνέχεια, η οποία ήταν -και παραμένει- για πρώτη φορά, μετά από καιρό, άγνωστη. Άργησα να γυρίσω τη σελίδα στο βιβλίο των σκέψεών μου, μα τώρα που το έκανα, ξέρω πως δεν υπάρχει γυρισμός και ούτε τον θέλω -μπορώ να σ'το υποσχεθώ.
     Χρειάστηκε πολύς χρόνος, μερικά υγρά βλέμματα, χαρτί και μελάνι, τα αγαπημένα μου ακούσματα και η χαμένη μου λογική, για να καταφέρω το (εσφαλμένα θεωρηθέν ως) ακατόρθωτο.
     Ίσως, λοιπόν, να σου γράφω για τελευταία φορά. Είναι η πολλοστή φορά που χρησιμοποιώ τη φράση αυτήν σε γραπτό και η πρώτη φορά που βάζω μπροστά το "ίσως". Ειρωνεία; Ανασφάλεια θα το έλεγα. Ανασφάλεια για το άγνωστο που ακολουθεί, γιατί ξέρω ότι, κατά πάσα πιθανότητα, η συνεκφορά αυτή, ανταποκρίνεται σήμερα στην αλήθεια. Κι είναι δύσκολο να φανταστώ πως, από 'δω και πέρα, δεν θα έχω στο νου το δικό σου πρόσωπο, κρυμμένο πίσω απ' όλα τα ρήματα σε β' ενικό και μπροστά από κάθε "εσύ". Κι είναι δύσκολο να γράφω για συναισθήματα που δεν θα 'χουν για προορισμό εσένα. Μα, ξέρεις, πως ποτέ δεν μ'άρεσαν τα εύκολα...
     Ξέρεις, δεν έχουν πόνο μέσα τους οι σημερινές γραμμές, ούτε κι αγάπη πια -λες γι' αυτό να βγαίνει το κείμενο τόσο άσχημο; Ας είναι.
     Οι σημερινές γραμμές δεν έχουν συναίσθημα -μόνο το πρόσωπό σου στην καρδιά μου και τη διαβεβαίωση πως θα σε θυμάμαι, όπως μου είχες ζητήσει κάπως/κάποτε.
     Οι σημερινές γραμμές είναι ένας αποχαιρετισμός. Κι απ' τη μία χαίρομαι που δεν νιώθω τίποτα, γράφοντας. Κι απ' την άλλη, λυπάμαι για σένα, που χάθηκε εκείνο το κορίτσι που δάκρυζε και γέμιζε φύλλα χαρτί με τις σκέψεις της στ'όνομα της ψυχής σου. Ίσως βρεθεί μια άλλη, με πιο γελαστό βλέμμα και πιο γαλάζια όνειρα -δεν θα μάθω ποτέ.
     Δεν θα πω "εις το επανιδείν", γιατί ποτέ δεν γράφω ψέματα. Θα κλείσω με μουσική, γιατί δεν είμαι πια για επιλόγους -στέρεψα από ευχές για αυτό το "εσύ". Καλή άνοιξη. 


Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Με αγάπη.

Άτιμο πράγμα αυτή η Έμπνευση. Όταν τη χρειάζεσαι περισσότερο από ποτέ, σ' εγκαταλείπει και σε αφήνει ν' αναρωτιέσαι πώς να ξεσπάσεις και να εκτονωθείς.
Γιατί εγώ, έτσι εκτονώνομαι όταν είμαι σε ένταση -γράφοντας. Κάποτε, όμως, οι γραμμές δε λένε να γεμίσουν και το χαρτί παραμένει απελπιστικά λευκό, ήτοι απελπιστικά κενό.
Τη φωνάζω και την επικαλούμαι, μα δεν έρχεται. Μάλλον η Έμπνευση με προτιμά ήρεμη και χαμογελαστή -στη θλίψη δε με συντροφεύει. Τότε είναι που την έχω ανάγκη, όμως. Είναι, φαίνεται, πολύ δειλή η Έμπνευση.
Χωρίς αυτήν, η γραφή μου δεν έχει συνοχή, δεν έχει νόημα, ούτε καν κάποιο περιεχόμενο. Ξέρω πως αν ήσουν δίπλα μου, δε θα σε πείραζε αυτό. Ξέρω πως, μαζί σου, δε σκεφτόμουν τι θα πω ή πώς θα το πω. Μαζί σου δεν είχα ανάγκη την Έμπνευση. Ήσουν από μόνη σου έμπνευση -όχι για να γράφω, αλλά για να ζω.
Είναι λίγο, είναι πολύ λίγο να σου αφιερώσω λίγες μάταιες γραμμές. Δε με φοβίζει όμως αυτό, ούτε με ανησυχεί. Γιατί σε αγάπησα όσο με αγάπησες, σε αγαπώ και θα σε αγαπώ όσο ζω. Το ήξερες -πόσο με ηρεμεί ότι το ήξερες! Και το πιστεύω πως κάπου, εκεί πάνω, υπάρχεις και εξακολουθείς να το ξέρεις.
Μη λυπάσαι για τη λύπη μου -την προκαλεί η νοσταλγία και το ότι μου λείπεις ήδη αφόρητα. Σταδιακά, όμως, ο χρόνος θα μεταμορφώσει το ασχημόπαπο του πόνου στον κύκνο των αναμνήσεων και της δημιουργίας. Όσο βρίσκεσαι στην καρδιά και το μυαλό μου, θα βρίσκεσαι και στη ζωή -και, πίστεψέ με, θα σε κρατήσω εδώ για πάντα. Κι έχεις τη μορφή που σου αξίζει -την εξιδανικευμένη. Έχεις αφήσει ένα κομμάτι σου μέσα μου -κι έχεις πάρει ένα δικό μου μαζί σου.
Αν, από τις αμέτρητες ευχές που μου έχεις δώσει, πραγματοποιηθούν έστω οι μισές, θα είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου -μια ευτυχία, για την οποία έχεις μεριμνήσει σε μεγάλο βαθμό, τα τελευταία δεκαεννιά χρόνια.
Σε κάθε χαμόγελο, σε κάθε σκίρτημα της καρδιάς, σε κάθε όμορφη μέρα, θα είσαι μαζί μου. Θα είσαι εδώ.
Να προσέχεις εκεί πάνω...