Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα the black keys. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα the black keys. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

oh, baby, can't you see? -it's shining just for you.

Ξύπνησε, σηκώθηκε βαριεστημένα απ'το κρεβάτι, σκέφτηκε πόσο θα ήθελε να είχε ακόμη δύο ώρες ύπνου. Θυμήθηκε πως τον ονειρεύτηκε. Ξανά. Θυμήθηκε, επίσης, ότι είναι χειρότερο που τον ονειρεύεται κι όταν τα μάτια της είναι ανοιχτά. Ευχήθηκε να είχε περισσότερο καφέ στην κούπα της, περισσότερη διάθεση για διάβασμα, πιο πολλά χαμόγελα στην καρδιά της. Κοίταξε έξω απ'το παράθυρο, σύγκρινε το κρύο έξω απ'το τζάμι μ'εκείνο μέσα της, της ήρθε στο νου το μυστικό του Μικρού Πρίγκιπα και χαμογέλασε αχνά. "Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά -η ουσία δεν φαίνεται με τα μάτια". Άκουσε She&Him και λίγο Black Keys κι ένιωσε να θολώνουν τα μάτια της και πετάρισε τα βλέφαρα να σβήσει τα δάκρυα πριν τρέξουν, μαζί και τις κακές σκέψεις και να προσποιηθεί πως, ε, δεν έγινε και τίποτα. Μίλησε στο τηλέφωνο, με το πιο πλατύ και πιο νεκρό χαμόγελο στα χείλη της μήπως πείσει τη φίλη της στην άλλη άκρη της γραμμής πως όλα ήταν εντάξει. Ίσως και να το πέτυχε. Έμεινε μετέωρη πάνω απ'το ανοιχτό βιβλίο, χρωμάτισε δυο-τρεις γραμμές, σχεδόν μηχανικά. Κοίταξε τις λέξεις, επικεντρώθηκε σε όσες της ήταν πιο γνώριμες και ικέτεψε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί. Έκλεισε το βιβλίο, περπάτησε στο άδειο σπίτι, έβαλε να δει μια ταινία -έτσι, για να αποκτήσει μια αφορμή και μια δικαιολογία να συγκινηθεί χωρίς ενοχές και σχεδόν το πίστεψε και η ίδια ότι το θέαμα στην οθόνη μπροστά της ήταν ο λόγος που έκλαιγε. Έγραψε στο πολύχρωμο τετράδιο με το σκληρό εξώφυλλο -εκείνο με τις ανάγλυφες γάτες και το περίεργο κλείσιμο, να βγουν από μέσα της όσα έλεγε σ'εκείνον αν ήταν δίπλα της. Κατάλαβε πως το χαρτί θα είναι πάντα ένα καταφύγιο, ποτέ, όμως, δεν θα την εμπνεύσει όσο το χρώμα των ματιών του. Αναστέναξε, δεν θυμήθηκε να ξεχάσει, έψαξε με το πιο εξεταστικό της βλέμμα ένα πεφταστέρι να ευχηθεί, μα τα σύννεφα τα είχαν κρύψει όλα κι έτσι έκλεισε το παράθυρο κι έκανε, παρόλα αυτά την ευχή της. Άναψε το κερί που μυρίζει πικραμύγδαλο, διάβασε ένα ποίημα του Μπουκόβσκι, έκλεισε τα μάτια για να διώξει τη ζαλάδα απ'το κεφάλι της και την εικόνα του απ'την ψυχή της. Αποκοιμήθηκε.



Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

oh, oh-oh -I got a love that keeps me waiting.

Έχω να γράψω σχεδόν ένα μήνα -πώς περνάει ο καιρός.
Η γραφή λυτρώνει, μα εγώ ήθελα μόνο να σωθώ και ζητούσα μόνο το χέρι σου. Δεν τη θες τη λύτρωση όταν βλέπεις σ'αυτήν τα λάθη και τα πάθη σου -τους αναστεναγμούς να παίρνουν σχήμα και χρώμα πάνω στη σελίδα. Δεν το θες. Δεν το θέλω.
Θέλω μόνο να μουρμουρίσω ένα στίχο των Black Keys κι εσύ να είσαι κάπου απέναντι, να κρυώνεις και να καπνίζεις και να σκέφτεσαι και να χαμογελάς. Να μου χαμογελάς. Τα μάτια σου να λάμπουν όταν με κοιτάζουν. Όπως λάμπουν μόνο όταν με κοιτάζουν. Το χαμόγελό μου να σπάει, μόνο επειδή τρέμουν οι κλειδώσεις κι η καρδιά μου. Εκείνο το χαμόγελο που γεννιέται μόνο όταν είσαι κάπου κοντά και πεθαίνει κάθε φορά που φεύγεις.
Κι ύστερα μετράω τις μέρες και κάπου-κάπου χάνω το μέτρημα, μα δεν πειράζει -αρκεί να σε ξαναδώ. Χαμογελάω μελαγχολικά και κι ατενίζω το τίποτε της έλλειψής σου και κάποτε κοιμάμαι μήπως σε δω στον ύπνο μου. Και, ξέρεις, συνήθως σε βλέπω. Βάζω ν'ακούσω Black Keys, ξανά, πάλι για σένα, πάντα για σένα. Η σκέψη μου εμμένει σ'ένα στίχο και η ψυχή μου στέκεται σε μια ματιά. Σε μια ματιά σου. Καληνύχτα.