Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

η τελεία.

     Πάντα αγαπούσε την άνοιξη. Διάβαζε Πάμπλο Νερούδα και περπατούσε ατέλειωτες ώρες με τα ακουστικά στ'αυτιά, χαμένη σε μελωδίες και στίχους και πίστευε φανατικά ότι οι ιστορίες που διάβαζε στους τοίχους έδειχναν πιο όμορφες και πιο χαμογελαστές,υπό το φως του ήλιου ("σ'αγαπώ"διάβαζε κάθε πρωί στη γωνιά του δρόμου της, με γραμματοσειρά ελαφρώς τρεμουλιαστή-πάντα θ'αναρωτιέται το γιατί και πάντα θα καταλήγει ότι έφταιγε η ταχυπαλμία). Μα, αυτή την άνοιξη, ζει με μιαν έλλειψη,που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα στο μυαλό και την ψυχή της. Κι έχει μονίμως την απορία: πώς γίνεται να νιώθεις την απουσία; να σου υποδεικνύουν οι αισθήσεις σου κάτι το ανύπαρκτο; Ε, γίνεται. Γιατί,στ'αλήθεια, η έλλειψη φωλιάζει στις στιγμές, που, με το έτσι θέλω, έγιναν αναμνήσεις, ίσα-ίσα για να ζήσουν αιώνια... 

     Και δεν μπορεί να ελέγξει τις αντιδράσεις της, όταν κάποιος αναφέρει τ'όνομά του -και τρέχει στο διπλανό δωμάτιο, να μην ακούσει όσα θα ειπωθούν.Και δεν την νοιάζει που την πήραν είδηση όλοι -κι όταν έρχονται και τη ρωτούν "τι θέλεις;", απαντά "θέλω να πεθάνω", με μάτια κόκκινα και ξέρει πως δεν το εννοεί, μα το λέει, γιατί ένα κομμάτι της πέθανε ήδη και νομίζει πως έτσι το θρηνεί όπως του πρέπει.
     Και δεν μπορεί να πολεμήσει τη μνήμη της, όταν γυρίζει τις σελίδες στο ημερολόγιο και συνδέει ημερομηνίες με συναντήσεις, συζητήσεις και πλατιά χαμόγελα. Αυτός δεν είναι ο ρόλος του χρόνου; Κάθε μέρα του κι ένας αριθμός, ψυχρός και άψυχος, που τον ζωντανεύει η αρμοδιότητά του να μας θυμίζει πόσο αλλάξαμε εμείς κι ο κόσμος γύρω μας. Ο κόσμος και οι άνθρωποι που τον προσδιορίζουν. Και θολώνουν τα μάτια της.
     Κι όμως, το αποφάσισε -είναι και άνοιξη- αντί να πεθάνει για εκείνον, να ζήσει για τα υπόλοιπα. Για τις φίλες, παλιές και καινούργιες, τις αγκαλιές κι εκείνο το κράτημα απ'το χέρι, που της θυμίζει ότι έχει ακόμη παλμό κάτω απ'τον καρπό της. Για τις βόλτες στην ανοιξιάτικη Αθήνα, με στάση σε κάθε βιτρίνα με κοσμήματα -κι ας τη βαραίνουν τα βιβλία του Ατομικού Εργατικού, που κουβαλάει στη διαδρομή. Για τις διακοπές στην Ύδρα, την εκκρεμή γνωριμία με την Ισπανία, τα ταξίδια που έκανε, που κάνει, που ονειρεύεται. Για την έμπνευση και την αγάπη -που κρύβονται παντού, αρκεί να έχει μια σταλιά παραπάνω επιθυμία να τις βρει. Για κάθε αστείο -το πιο ανόητο και το χιλιοειπωμένο. Για το τσουνάμι από κλισέ -που τα μισεί όλα, εκτός από το "όλα περαστικά είναι" που το λατρεύει.
μη μιλάς άλλο γι'αγάπη -η αγάπη είναι παντού.
     Και, κάπως έτσι,συνεχίζει να ξυπνά με την τρίτη αναβολή στην αφύπνιση του κινητού της. Και δεν βαριέται ποτέ να διαβάζει το "σ'αγαπώ"με τα μπλε γράμματα -το αγαπημένο της χρώμα- στη γωνιά του δρόμου. Συνεχίζει να διαβάζει ποίηση, να κρατά γερά τα πιο πολυφορεμένα κλισέ και να προσπαθεί ν'ακούσει τα λόγια του Πορτογάλου ποιητή που αγάπησε δανεικά: "Η ζωή είναι ο δισταγμός μεταξύ ενός θαυμαστικού και ενός ερωτηματικού. Εν τη αμφιβολία, υπάρχει και η τελεία". Χαμογελά. Με μάτια ολόστεγνα.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

.





Τρίτη 3 Απριλίου 2012

τα μολύβια κομάντος

Την είδα πρώτη φορά στο Ark Festival, με την μπάντα του Leόn, το Σεπτέμβρη του 2010. Αρκετό καιρό μετά, ανακάλυψα ένα δικό της κομμάτι, “Το ρε και το μι απ'την ηρεμία”. Είναι από εκείνα τα τραγούδια που βάζεις στο repeat και φοβάσαι που τ'ακούς ξανά και ξανά, μήπως στο τέλος τα βαρεθείς -μα, τελικά, τ΄αγαπάς πάντα. Η Νεφέλη Λιούτα ή, πιο καλλιτεχνικά, η Nefeli Walking Undercover, είναι μόλις 22 χρονών. Σπουδάζει στη Νομική Αθήνας, έχει κυκλοφορήσει ήδη, διαδικτυακά, τον πρώτο της δίσκο με τίτλο “Τα μολύβια κομάντος” κι έχει βραβευθεί από το διαγωνισμό σύνθεσης “Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού” (με τα κομμάτια της Του περήφανου -που διακρίθηκε, πέρα απ'τη σύνθεση και για το στίχο-, Τ'Ανομολόγητα και Το βαλς του τούρκικου). Έχει προσωπικό blog, διδάσκει βιολί κι αυτόν τον καιρό κάνει πρόβες με τον Leόn για τα live που έρχονται. Υπερβολικά ευχάριστη, υπερβολικά προσιτή -υπερβολικά όμορφη. Μέχρι τη στιγμή που πληκτρολογείται αυτή η παράγραφος, δεν έχω σταματήσει να μιλάω για εκείνη και τη συνέντευξή μας. Το γιατί, αφήνω να το διαπιστώσετε μόνοι σας...
Περισσότερα, εδώ.

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

forever and a day.

Κατάλαβες ποια εννοώ; Εκείνη που σε αγκάλιασε σφιχτά και σου είπε πόσο περήφανη είναι για σένα -κι ας μην την έβλεπες καθαρά, γιατί είχες κατακόκκινα μάτια, πρησμένα απ'το κλάμα, μα δεν την ντράπηκες στιγμή. Εκείνη, που ήρθε η σειρά της να λυπηθεί, λίγο καιρό μετά κι εσύ της έλεγες πόσο όμορφη παραμένει, ακόμη και πνιγμένη απ'τα δάκρυα. Η ίδια που σ'έκανε να γελάσεις -μ'εκείνο το γέλιο που περνάει πριν απ'τα χείλη απ'την ψυχή- κι ένιωσες να την ξέρεις από παιδί κι ευχήθηκες να την ήξερες από παιδί. Που κάνετε σχέδια για μακρινά και κοντινά ταξίδια, για πολύχρωμες φωτογραφίες κι αιώνια χαμόγελα. Εκείνη που κοιτάζει τις χρυσές πινελιές στα μάτια σου και διαπιστώνετε μαζί ότι μοιάζουν τα χρώματα στα βλέμματά σας. Που σε ταρακουνάει για να συνέλθεις όταν το χρειάζεσαι, μα πάντα σου κρατάει γερά το χέρι και ξέρεις πως ό,τι έρθει θα το περάσετε μαζί. Εκείνη που σχολιάζετε τους πάντες και τα πάντα κι αυτοσαρκάζεστε και βαριέστε και θυμώνετε και ξεσπάτε και γελάτε-γελάτε-γελάτε και στο τέλος μόνο αυτό μένει. Που κατακλύζετε η μία την άλλη με αφιερώσεις και τραγούδια και φωτογραφίες με χαριτωμένα ζωάκια ή μωρά ή ήρωες της Disney και ξαναγίνεστε παιδιά μαζί και "όλα περαστικά είναι". Εκείνη λέω, που δεν θέλει να σ'αφήσει να φύγεις, μα σ'αφήνει γιατί σ'αγαπάει. Γιατί ξέρει ότι θα 'ρθει να σε δει κι ότι οι τέσσερις μήνες κυλάνε σαν νερό κι ότι η πραγματική φυγή είναι αυτή της καρδιάς κι όχι του σώματος. Κι η καρδιά σου είναι πλάι στη δική της.
Εκείνη σου λέω. Αν είσαι τυχερός, την ξέρεις κι εσύ.


Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

maybe, but not what she deserves.

-Ξέρεις γιατί σου τον θυμίζουν οι Black Keys; Δίνουν πολλή έμφαση στα μάτια.

Μπορεί. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι μου κατέστρεψες το αγαπημένο μου συγκρότημα κι έχω πάψει να το ακούω, μήπως πάψω να σε θυμάμαι. Ξέρω, επίσης, ότι αν ήσουν εδώ να σου το πω, θα έβαζες τα γέλια και θα προσπαθούσες να μιμηθείς τις κινήσεις μου κι εγώ θα σε κοίταζα με το πιο θυμωμένο μου ύφος και θα γελούσες ακόμη περισσότερο και θ'απέφευγα να σε κοιτάξω στα μάτια για να μη χαμογελάσω, άθελά μου.

Μα τώρα, μετράω τις μέρες που έχω να σε δω και τις βρίσκω πιο πολλές απ'ό,τι θα 'θελα -πιο πολλές απ'ό,τι αντέχω- κι έτσι σταματώ το μέτρημα και σου γράφω την κάρτα για τα γενέθλιά σου -ναι, από τώρα- και γράφοντας σκέφτομαι μόνο τα μάτια σου και φροντίζω να την απομακρύνω απ'τα δικά μου, όταν τα νιώθω να βαραίνουν, για να νομίζεις πως, όταν την έγραφα, μόνο χαμογελούσα.

Και δεν μιλάω σε κανέναν για σένα. Όχι πια. Γιατί, ή που θα έχουν σιχαθεί να μ'ακούνε ή που θα με λυπούνται για τον τελευταίο χρόνο που ζω μισή και κινούμαι χωρίς καρδιά ή που θα θλίβονται τόσο, που, στιγμιαία, θα βρίσκονται στη θέση μου και -στ'αλήθεια- δεν τους αξίζει. Γι'αυτό μοιράζω μαραμένα χαμόγελα κι υποσχέσεις για καινούργιες αρχές και μιλάω για το ταξίδι μου περισσότερο από το ανεκτό κι αποπροσανατολίζω την κουβέντα και σχολιάζω τον καιρό και διαβάζω ασταμάτητα και κρατώ γερά την πιο χαμογελαστή δανεική καλημέρα, μήπως μου χρειαστεί στην πορεία.

Γι'αυτό σου λέω -μαζί με την ψυχή μου, έπρεπε να πάρεις και τη μνήμη μου. 



Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

mala vida.

          Που λες, βρήκαν πάτημα οι τάσεις φυγής μου. Πόσο έμεινε; Πέντε μήνες και κάτι. Περίπου πεντέμιση. Μετρώ από τώρα με τα δάχτυλα, να φαίνεται λιγότερο. Και δεν το λέω με θήτα, αλλά με σίγμα: Βαλένσσσια. Κι επιμένω ότι έτσι το προφέρουν και οι ντόπιοι -οι Βαλενσιανοί ντε- γιατί το διάβασα στο wikipedia. Ακούω πλέον κατ'αποκλειστικότητα τραγούδια αποχωρισμού -δικαίως πια- ή κανένα του Manu Chao στα διαλείμματα -να ξεσκονίζονται και τα Ισπανικά μου. Φαντασιώνομαι τη γεμάτη μου βαλίτσα, που θα στριμώξω στον πάτο της μεσογειακά χαμόγελα και θα πετάξω την εικόνα του δικού σου -πού να χωρέσει;- και θα φύγω σαν να φεύγω για πάντα. Και δεν θα πάρω μαζί το βοτσαλάκι που μου 'χες δώσει, ούτε τη λευκή κόλλα με τον τρεμουλιαστό γραφικό σου χαρακτήρα, που λέει -μέσα σ'όλα- τ'όνομά μου.
          Και ξέρεις, η φυγή μου θυμίζει τον έρωτα. Σε κεραυνοβολεί κι αφήνει το σημάδι της. Είναι, νομίζω, η χαρά του συγγραφέα, ενίοτε και του δειλού -μα ο φόβος μου νικά την αυτογνωσία και διστάζω ν'αυτοχαρακτηριστώ έτσι.  Μα, παραμένει ωραίο, στα πιο δύσκολα βράδια -που δεν έχω ήλιο να κοιτάξω, να μου γεννήσει ένα άγουρο χαμόγελο- να κλείνω τα μάτια και να βρίσκομαι ήδη στην Ισπανία. Να διαβάζω Πάμπλο Νερούδα σαν να μην υπάρχει αύριο, να χαζεύω τα συνθήματα στους τοίχους, ν'ανακατεύομαι ανάμεσα στους νέους με τα ράστα μαλλιά και την επαναστατική διάθεση, να ερωτεύομαι την πιο έρημη γωνιά της πόλης -εκείνη που δεν πρόσεξε ποτέ κανείς- να νιώθω Αλμοδοβαρική όσο ποτέ. Κάπου εκεί, στο ημερολόγιο με το χοντρό εξώφυλλο, θα κρύβεσαι σε κάποιο στιχάκι που θα ξεχνιέμαι και θα γράφω στα ελληνικά. Θα έρχεσαι βιαστικά -όσο βιαστικά φεύγω. Πού ξέρεις, ίσως την ίδια μέρα πέσει στα χέρια σου εκείνο το ποίημα που αγαπούσες -και τότε θα με σκεφτείς κι εσύ λιγάκι. Φευγαλέα.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

σ'αφήνω στον αέρα,για να σε βρω στο φως.


sunshine cures me.

Μου λείπεις λιγάκι. Όχι συνέχεια.Να, εκείνες τις μέρες που, μολονότι περιτριγυρισμένη από κόσμο, νιώθω περισσότερο μόνη απ' ό,τι συνήθως. Στα πιο γεμάτα δωμάτια, μετέωρη και άδεια.Και, κάποιες φορές, όταν αναφέρουν τ'όνομά σου. Ή, όταν σκέφτομαι κάτι, που θεωρώ ότι θα σου φαινόταν αστείο. Τότε,κάνω να σηκώσω το τηλέφωνο να σου το πω,μα αλλάζω γνώμη γρήγορα. "Άστο, άλλη φορά", μονολογώ στα ψέματα. Κι όλοι μου λένε να μη σε ξαναδώ, γιατί μόνο έτσι θα καταφέρω να σε ξεχάσω. Κι εγώ ψιθυρίζω πως σε ξεχνάω κάθε μέρα, μα δεν λέω σε κανέναν πως φύλαξα το πιο ακριβό σου χαμόγελο στην καρδιά μου -κι εκείνο την κουρδίζει πού και πού κι αυτή συνεχίζει να χτυπάει... Ούτε θα τους πω πως έκλεψα λίγο απ'το χρώμα των ματιών σου -ίσα ίσα για να βάψω τα όνειρά μου,μήπως καταφέρω ξανά να κοιμηθώ. Μόνο,θα χαμογελάσω σαν να μη σε ήξερα και θα μιλήσω σαν να μη σε αγαπούσα. Κι ίσως να με πιστέψουν. Όλοι, εκτός από σένα. Γι'αυτό αποφεύγω τελευταία να σε κοιτάω κατάματα. Κι αν πέσει το βλέμμα μου στο δικό σου, το αφήνω μια μόνο στιγμή,σύντομη όσο μια εκπνοή -αρκετή για να καώ απ'την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι όπως παλιά. Βάζω δυνατά τη μουσική, μήπως πάψω ν'ακούω τις σκέψεις μου. Και σ'το υπόσχομαι ότι, αυτή τη φορά, δεν θα δακρύσω. Ίσως μόνο στο "Χειμωνανθό"του Χαρούλη. Όχι σε όλο -μόνο στο στίχο που αγαπώ.