Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

.

     Άργησε να ξυπνήσει. Σηκώθηκε βαριεστημένα κι έτρεξε να κοιτάξει έξω απ'το παράθυρο -τα παντζούρια μισάνοιχτα και τα μάτια της μισόκλειστα. Ήλιος με βροχή. Την μπέρδευε αυτός ο καιρός και δεν ήξερε τι να φορέσει -όπως την μπέρδευε το μέσα της και δεν ήξερε τι να νιώσει. Φόρεσε καλοκαιρινή μπλούζα με χειμωνιάτικο πανωφόρι. Ένιωσε λίγο μόνη. Στάθηκε μπροστά απ'τον καθρέφτη κι άρχισε να στρώνει με το χέρι τις μπούκλες της. Με προσήλωση, για να αποπροσανατολίσει τις σκέψεις της. Το πέτυχε.
   Περπάτησε γρήγορα μέχρι τη στάση. Στριμώχτηκε στο λεωφορείο, το πόδι της πιέστηκε στο πεζουλάκι δίπλα απ'τη γαλαρία, τσαλακώθηκε το χειμωνιάτικο πανωφόρι κι εκείνη μόνο ξεφύσαγε, να θυμάται κάπου-κάπου ότι έχει ακόμα ανάσα.
     Πήγε στη σχολή, μίλησε με αγνώστους, που έγιναν γνωστοί κι ίσως κάποια μέρα τους χαιρετάει με μια αγκαλιά, όπως τις φίλες της -σκέφτηκε και χαμογέλασε. Φόρεσε το χαμόγελό της το καθημερινό -να ξεκλέψει την προσοχή απ'τα σύννεφα στα μάτια της- και πάνω απ'το ψευτικό γεννιόταν κάθε τόσο ένα αληθινό και κάποτε γελούσε -και τότε γινόταν για λίγο όμορφη. Τσίνισε που της ανέφεραν τ'όνομά του και κοίταξε αλλού, μήπως το κρύψει -μήπως κρυφτεί.
     Ταξίδεψε με τη μουσική απ' τα ακουστικά της, συνάντησε γνωστούς στο γυρισμό -ένα σωρό, έγραψε ισπανικά, ονειρεύτηκε στα ισπανικά. Έφυγε τρέχοντας απ'το σπίτι, να μην αργήσει στο μάθημα. Την κατάβρεξε ένα αυτοκίνητο, που πέρασε τρέχοντας μια λακούβα με παλιόνερα. "Μαλάκα" φώναξε. Την άκουσαν μόνο οι περαστικοί, μα το είπε για να το πει. Το παντελόνι της έγινε πουά απ'το νερό, μα είχε ζέστη εκείνη την ώρα και, μέχρι να φτάσει στο φροντιστήριο, στέγνωσε. Μίλησε ισπανικά, σκέφτηκε στα ισπανικά. Περπάτησε μέχρι το σπίτι. Μίλησε με τη φίλη της. "Χαίρομαι που έχουμε η μία την άλλη" διάβασε στην οθόνη του υπολογιστή της. Ένιωθε το ίδιο. Χαμογέλασε. Ένα τελευταίο ρεφραίν πριν πέσει για ύπνο. Άκουσε ισπανικά, αγάπησε στα ισπανικά. Αποκοιμήθηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου