Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

tell me where did you sleep last night*

     Φεύγω. Σε 140 μέρες. Τις μετράω αντίστροφα -σήμερα ξεκίνησα- δίχως να ξέρω αν είναι επειδή θέλω ή δεν θέλω να περάσουν γρήγορα. Έχω αρκετά επιχειρήματα για να δικαιολογήσω οποιαδήποτε απάντηση. Εγώ, που πάντα ξέρω τι πρέπει να πω, όπως σου είχα πει κάποτε, πνίγοντας ένα γέλιο ή έναν λυγμό -δεν θυμάμαι καλά- κι είχαμε χαμογελάσει κι οι δυο και κοίταζα αλλού για να ξεφύγω απ'το βλέμμα σου, να μη ζαλιστώ κι άλλο. Κι ανησυχώ πως θα το μετανιώσω, γιατί, όταν σε σκέφτομαι, το μετανιώνω ήδη κι αλλάζω τη σκέψη μου στα γρήγορα -μέχρι ν'ανοιγοκλείσω τα μάτια- γιατί αν παραμείνει το πρόσωπό σου στη μνήμη μου, θα θολώσει ο χάρτης της Ισπανίας που έχω μπροστά μου και θα θέλω να τον ξεφορτωθώ μια και καλή.
     Κι έτσι, ξεχνιέμαι. Ακούω το τραγούδι που με κάνει να χαμογελάω, μιλάω με μια φίλη στο τηλέφωνο, σκέφτομαι τι μαθήματα θα διαλέξω στο Πανεπιστήμιο της Valencia. Και, όταν περάσει λίγο η ώρα, θυμάμαι το ποίημα του Πεσσόα. Εκείνο, που είναι σαν να το παραφράζω, όταν σου λέω πως η ουσία ξεφεύγει απ'τα λόγια και είναι πάντα προνόμιο των σιωπών -θυμάσαι; Καληνύχτα.
while I'm alone and blue as can be, dream a little dream of me.


Όχι, να μην πεις τίποτε!

Όχι, να μην πεις τίποτε!
Ας υποθέσουμε ότι,
όσα με ασάφεια
το στόμα σου θα πει
έχουνε ήδη ακουστεί.

Άκουσα εγώ τα πιο καλά
απ'όσα θα 'λεγες.
Αυτό, που είσαι,
δεν μπορεί ν'ανθίσει
μέσ' από φράσεις και ημέρες.

Είσαι κάτι καλύτερο από σένα.
Να μην πεις τίποτε. Το ξέρω!
Χάρη του γυμνωμένου σώματος
που, αόρατη όντας, είσαι ορατή.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

η τελεία.

     Πάντα αγαπούσε την άνοιξη. Διάβαζε Πάμπλο Νερούδα και περπατούσε ατέλειωτες ώρες με τα ακουστικά στ'αυτιά, χαμένη σε μελωδίες και στίχους και πίστευε φανατικά ότι οι ιστορίες που διάβαζε στους τοίχους έδειχναν πιο όμορφες και πιο χαμογελαστές,υπό το φως του ήλιου ("σ'αγαπώ"διάβαζε κάθε πρωί στη γωνιά του δρόμου της, με γραμματοσειρά ελαφρώς τρεμουλιαστή-πάντα θ'αναρωτιέται το γιατί και πάντα θα καταλήγει ότι έφταιγε η ταχυπαλμία). Μα, αυτή την άνοιξη, ζει με μιαν έλλειψη,που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα στο μυαλό και την ψυχή της. Κι έχει μονίμως την απορία: πώς γίνεται να νιώθεις την απουσία; να σου υποδεικνύουν οι αισθήσεις σου κάτι το ανύπαρκτο; Ε, γίνεται. Γιατί,στ'αλήθεια, η έλλειψη φωλιάζει στις στιγμές, που, με το έτσι θέλω, έγιναν αναμνήσεις, ίσα-ίσα για να ζήσουν αιώνια... 

     Και δεν μπορεί να ελέγξει τις αντιδράσεις της, όταν κάποιος αναφέρει τ'όνομά του -και τρέχει στο διπλανό δωμάτιο, να μην ακούσει όσα θα ειπωθούν.Και δεν την νοιάζει που την πήραν είδηση όλοι -κι όταν έρχονται και τη ρωτούν "τι θέλεις;", απαντά "θέλω να πεθάνω", με μάτια κόκκινα και ξέρει πως δεν το εννοεί, μα το λέει, γιατί ένα κομμάτι της πέθανε ήδη και νομίζει πως έτσι το θρηνεί όπως του πρέπει.
     Και δεν μπορεί να πολεμήσει τη μνήμη της, όταν γυρίζει τις σελίδες στο ημερολόγιο και συνδέει ημερομηνίες με συναντήσεις, συζητήσεις και πλατιά χαμόγελα. Αυτός δεν είναι ο ρόλος του χρόνου; Κάθε μέρα του κι ένας αριθμός, ψυχρός και άψυχος, που τον ζωντανεύει η αρμοδιότητά του να μας θυμίζει πόσο αλλάξαμε εμείς κι ο κόσμος γύρω μας. Ο κόσμος και οι άνθρωποι που τον προσδιορίζουν. Και θολώνουν τα μάτια της.
     Κι όμως, το αποφάσισε -είναι και άνοιξη- αντί να πεθάνει για εκείνον, να ζήσει για τα υπόλοιπα. Για τις φίλες, παλιές και καινούργιες, τις αγκαλιές κι εκείνο το κράτημα απ'το χέρι, που της θυμίζει ότι έχει ακόμη παλμό κάτω απ'τον καρπό της. Για τις βόλτες στην ανοιξιάτικη Αθήνα, με στάση σε κάθε βιτρίνα με κοσμήματα -κι ας τη βαραίνουν τα βιβλία του Ατομικού Εργατικού, που κουβαλάει στη διαδρομή. Για τις διακοπές στην Ύδρα, την εκκρεμή γνωριμία με την Ισπανία, τα ταξίδια που έκανε, που κάνει, που ονειρεύεται. Για την έμπνευση και την αγάπη -που κρύβονται παντού, αρκεί να έχει μια σταλιά παραπάνω επιθυμία να τις βρει. Για κάθε αστείο -το πιο ανόητο και το χιλιοειπωμένο. Για το τσουνάμι από κλισέ -που τα μισεί όλα, εκτός από το "όλα περαστικά είναι" που το λατρεύει.
μη μιλάς άλλο γι'αγάπη -η αγάπη είναι παντού.
     Και, κάπως έτσι,συνεχίζει να ξυπνά με την τρίτη αναβολή στην αφύπνιση του κινητού της. Και δεν βαριέται ποτέ να διαβάζει το "σ'αγαπώ"με τα μπλε γράμματα -το αγαπημένο της χρώμα- στη γωνιά του δρόμου. Συνεχίζει να διαβάζει ποίηση, να κρατά γερά τα πιο πολυφορεμένα κλισέ και να προσπαθεί ν'ακούσει τα λόγια του Πορτογάλου ποιητή που αγάπησε δανεικά: "Η ζωή είναι ο δισταγμός μεταξύ ενός θαυμαστικού και ενός ερωτηματικού. Εν τη αμφιβολία, υπάρχει και η τελεία". Χαμογελά. Με μάτια ολόστεγνα.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

we almost fell in love.

Μια σκιά
πλάι μου,
ζει και μεγαλώνει
στο τεχνητό φως του δωματίου
-η απουσία σου.


Μου χαρίζει χαμόγελα
όπως εκείνα της πιο γελαστής
και πιο θλιμμένης φωτογραφίας.
Απλώνεται σαν τον καπνό που φυσάς
-αδρανεί.


Της προσφέρω το πιο άχρωμο βλέμμα μου
κι ο πόνος γίνεται στιχάκι
ενός παλιού ξεχασμένου ποιητή
που αγαπούσες.

Μου μιλά για το παρελθόν
για όνειρα χρωματιστά
κι αιώνιες ματιές
για παιδικά παραμύθια
μ'ευτυχισμένο τέλος.

Κι εγώ χαμογελώ
και σε σκέφτομαι
μα κάπου-κάπου θολώνουν τα μάτια
και ξεγελώ την ψυχή μου
με εικόνες χαράς
μήπως στεγνώσει το βλέμμα.


Γυρίζω σελίδες στο ημερολόγιο
-αλλάζουν οι μέρες κι οι αριθμοί-
μα δεν υπάρχει χρόνος
μόνο στιγμές·
εσύ κι εγώ
και μια γαλάζια ευχή
-εμείς.

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

η στιγμή

Δεν ξέρω πολλά
-μόνο απ'τα λίγα σου τα πιο ασήμαντα.
Ν' αγαπώ δυνατά ένα χρώμα
γιατί μου θυμίζει καλοκαίρι
και κάποιες φορές τον ουρανό
-όταν το χρώμα του μοιάζει με των ματιών σου.

Ξέρω κάποια στιχάκια απ' έξω.
Ζωντανεύω πού και πού
όσα με κάνουν να χαμογελώ
κι όσα δακρύζουν
-και τα λέω μόνο από μέσα μου
και μόνο μ'εκκωφαντική φωνή.


Ξέρω να μετράω
-τις μέρες μόνο αντίστροφα,
τα χαμόγελά σου δυο-δυο.
Μαζεύω στιγμές ν'απαριθμώ,
χάνω το μέτρημα στα λάθη,
ξεχνώ πόσες φορές έχεις πει τ'όνομά μου.


Ξέρω πού να κρύψω το θησαυρό του ουράνιου τόξου
-να μην τον βρίσκει κανείς-
και με πόσα χαμόγελα θα σου δείξω το δρόμο.
Ξέρω πώς φυσάς τον καπνό,
πότε φοβάσαι πιο πολύ
-ποιο μυστικό αγάπησες.


Ξέρω να μεταφράζω τη σιωπή σου
και να τραγουδώ δυο ρίμες που αγαπούσες.
Να ονειρεύομαι με ολάνοιχτα μάτια
-τα κλείνω μόνο για να σε δω-
να σκέφτομαι με την καρδιά


να χάνομαι σε μια στιγμή
για μια στιγμή
από μια στιγμή.

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

το τραγούδι

Το 'γραφαν σε πολύχρωμα χαρτιά
Το χάραζαν στο ξύλο και στη μνήμη
Το μουρμούριζαν στο δρόμο
-το ξέχναγαν.

Ξυπνούσε κάθε αυγή
κι είχε άλλο πρόσωπο
νότες με δακρυσμένα χαμόγελα
και στίχους-καθρέφτες.

Άλλοι το 'θελαν πιο σιωπηλό
-ίσως λίγο πιο γυάλινο.
Να μην παίζει τόσο δυνατά,
 γιατί η αλήθεια είναι εκκωφαντική.

Ξέρω-
η ιστορία του κάτι σου θυμίζει
-κι όμως είναι νεογέννητη.
Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.
Μια στιγμή.

"Τα χρώματα τ' ουράνιου τόξου,
το νησί που νιώθει μόνο,
το σύννεφο που θέλει να ταξιδέψει"
-ίσως μιλά για σένα και για μένα.

Κλείσε τα μάτια
να τ'ονειρευτείς.
Κι εκείνο θα πεθαίνει κάθε βράδυ
για να ξαναγεννηθεί.


Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

dragging my huge love behind me.

Σαν σήμερα, έφυγε από τη ζωή ο Vladimir Mayakovsky, 81 χρόνια πριν.
Δυσκολεύομαι να συνειδητοποιήσω πάει τόσος καιρός, πως όταν γεννήθηκα είχε ήδη φύγει απ' τον κόσμο -γιατί τον νιώθω ζωντανό μέσα απ' όσα γράφει. Από τα ποιήματα μέχρι τις επιστολές του, από τη συμβολή του στο κίνημα του φουτουρισμού μέχρι το συναίσθημα που χρωματίζει τις γραμμές του.
Παραθέτω το ποίημά του, που περιέλαβε στην επιστολή αυτοκτονίας του, το οποίο και παρέμεινε ημιτελές...

And so they say-

"the incident dissolved"
the love boat smashed up
on the dreary routine.
I'm through with life
and [we] should absolve
from mutual hurts, afflictions and spleen.



Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

it's turning blue.

Ψιχάλιζε σήμερα.
Λίγες σταγόνες του Μάρτη
γιατί το νερό εξαγνίζει
-δεν το 'ξερες;

Κλείνω τα μάτια.
Ο ήχος μιας μελωδίας γνώριμης
-η εικόνα μιας άνοιξης
και ταξιδεύω.

Ένα χαμένο στιχάκι
στο χρώμα τ' ουρανού
και των ματιών σου
-μια ελπίδα.

Η βροχή φεύγει
πριν στεγνώσουν τα δάκρυα
πριν χαθεί η φωνή σου
-ίσως γιατί είναι άνοιξη.

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

το όνομα

Δεν ήξερα ούτε τ' όνομά σου.


Ζήτησα μόνο λίγο χώρο
να κρυφτώ
να μη με βρίσκει πια άνθρωπος
-να μη θυμάμαι πια κανέναν.
Δεν σ' ένοιαζε από πού ερχόμουν ή πού πήγαινα.

Χαμογέλασες λιγάκι
-μη φανεί-
και μου χάρισες ένα σου όνειρο
-το παλιότερο και πιο αγαπημένο σου.

Και βυθίστηκα.

Χάθηκα για μια αιώνια στιγμή
εκεί όπου, για κάθε Μνήμη που πεθαίνει,
γεννιέται μια Ελπίδα
-στ' όνομά σου.

Εκεί τα ρολόγια -αντί γι' αριθμούς- είχαν χρώματα.
Θυμάσαι;
Χορεύαμε σε μια γνώριμη μελωδία
Και γιορτάζαμε κάθε μέρα
τη ζωή και τ' όνομά σου.
Υποσχέθηκα να σου γράψω κάποτε δυο στιχάκια.
Χαμογέλασες λιγάκι
-μη φανεί-
και μου ζήτησες να σε κρατήσω χωρίς όνομα
-να μη σε αναγνωρίσει άνθρωπος.
Κι όταν έφυγα, ήταν πρωί και σίγουρα άνοιξη.

Το βλέμμα σου καθρέφτιζε τον ήλιο
κι είπα ότι δεν θα δακρύσω
-ούτε στα κρυφά-
γιατί την άνοιξη μόνο χαμογελάμε.

Και, ξέρεις, εγώ τηρώ το λόγο μου.
Σχεδόν πάντα.







.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Η αναζήτηση

Αναρωτιέμαι -τη θυμάσαι εκείνη τη μέρα;
Καθόσουν σε μια άχρωμη γωνιά
και ζητιάνευες χαμόγελα.

Ο αέρας φύσαγε δυνατά
προλαβαίνοντας από το γκρίζο σου βλέμμα
κάθε δάκρυ
γι' αγάπες χαμένες κι ανώνυμες.

Με μια σιωπηλή ματιά
μου ζήτησες να μη σε ψάξω
-μου υποσχέθηκες να μη με βρεις.
Δεν μ' έψαξες.
Δεν σε βρήκα.

Πάει καιρός
μ' ακόμα σε φαντάζομαι
κάπου μακριά
σε μια γωνιά το ίδιο άχρωμη
με το ίδιο γκρίζο βλέμμα
να μετράς χαμόγελα δανεικά
που άλλοτε νιώθεις ότι τα 'κλεψες
κι άλλοτε ότι τα κέρδισες.

Ακούστηκε τελικά εκείνη η φωνή
ή ήταν κι αυτή της φαντασίας σου;
Αναγνώρισες το πρόσωπό μου
ή σε γέλασαν τα μάτια κι η μνήμη σου;
Πήρες το χαμόγελο που σου χάρισα
ή άφησες να το πάρει ο αέρας;

Αναρωτιέμαι...

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Η μεγάλη νοσταλγία

Διαβάζω στο tvxs.gr ότι σαν σήμερα (αν και μάλλον, μόλις αναρτηθούν αυτές οι γραμμές, θα είναι σωστό το “σαν χθες”) γεννήθηκε ο Τάσος Λειβαδίτης, στις 20 Απριλίου του 1922. Ο ανατρεπτικός κι επαναστάτης Τάσος Λειβαδίτης, που μέχρι σήμερα, 88 χρόνια από τη γέννησή του και 22 από το θάνατό του, συνεχίζει να υπάρχει μέσα απ' τα ποιήματά του, εμπνέοντας διαχρονικά σεβασμό και παραδίδοντας μαθήματα ανθρωπιάς.
Και, σίγουρα, θα μπορούσα να κάνω πολλά σχόλια επί του συγκεκριμένου θέματος.
Ωστόσο, έχω μάθει πως τα σχόλια, αλλού είναι απαραίτητα κι αλλού περιττά. Και, μπροστά σε ένα ποίημα του Λειβαδίτη, ισχύει -αναντίρρητα- το δεύτερο...
Παραθέτω, λοιπόν, το “Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος” και το αφήνω να μιλήσει με μια φωνή πιο καθάρια και πιο δυνατή από τις περισσότερες -αυτήν την ποίησης.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις
τα χείλη σου θα ματώσουν απ' τις φωνές
Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ' τις σφαίρες
μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου θα ' ναι μια πετριά
στα τζάμια των πολεμοκάπηλων.
Κάθε χειρονομία σου θα 'ναι
για να γκρεμίζει την αδικία.
Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις,
ούτε στιγμή να ξεχαστείς.
Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε.
Μια στιγμή αν ξεχαστείς,
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται
στη δίνη του πολέμου,
έτσι και σταματήσεις
για μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη απ' τις φωτιές.
Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις
για να ζήσουν οι άλλοι.
Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι
ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι
μπρος στα ντουφέκια!

Υ.Γ. Στο εν λόγω ποίημα, το οποίω βρίσκω πάντα επίκαιρο, κάνω συχνά αναφορές και βρίσκεται μονίμως σε μια γωνίτσα του μυαλού μου. Θα το έλεγα το “αγαπημένο” μου του Λειβαδίτη. Αν χαρακτήριζα, όμως, "αγαπημένο" ένα ποίημα μεταξύ ποιημάτων που αγαπώ, δε θα 'ταν πλεοναστικό; Ας μείνει ως έχει, λοιπόν -άνευ σχολίου, πλην μετά πολλών συναισθημάτων. Έτσι πρέπει να είναι η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη...

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

...'Η να σ' το ζωγραφίσω;

Οι Κινέζοι λένε ότι μία εικόνα είναι χίλιες λέξεις -πληροφορία ιδιαίτερα χρήσιμη όταν στερεύει κανείς από λόγια. Και στη δική μου περίπτωση, αυτό συμβαίνει συχνά.

Δεν πιστεύω ότι το να μην έχεις κάτι να πεις συνεπάγεται τη μη αντίληψη όσων άκουσες ή την αδυναμία μετατροπής των σκέψεών σου σε λόγια. Όχι πάντα, τουλάχιστον. Εν ανάγκη, άλλωστε, καθένας μπορεί να “βγάλει” το ρήτορα που κρύβει μέσα του. Θεωρώ, όμως, ότι πολλές φορές τα λόγια αλλοιώνουν το περιεχόμενο -αλλοιώνουν το συναίσθημα, την άποψη, την κρίση. Ίσως γι' αυτό να τα προτιμώ μετρημένα. Ίσως γι' αυτό να επιλέγω τη σιωπή έναντι μιας ανολοκλήρωτης -ακόμη και στο ίδιο μου το κεφάλι- ιδέας.

Κάποια πράγματα, δεν περιγράφονται με λόγια. Ανεξάρτητα από το αν τα τελευταία μπορούν να προσαρμοστούν στην επιδιωκόμενη γλαφυρότητα, λιτότητα, δραματική διάθεση ή συναισθηματική φόρτιση του υποκειμένου.

Μια ανάμνηση είναι πάντα ισχυρότερη ως γεγονός. Τα υπόλοιπα αποτελούν απλά απόπειρες υποκατάστασης των χαμένων στιγμών και περιστασιακής τους αναβίωσης.
Μια στάση ζωής είναι πάντα περισσότερο αποδεκτή, όταν εκείνος που την πρεσβεύει την ακολουθεί και δε μένει στην απλή παρουσίασή της -όσο πλήρης και παραστατική κι αν είναι η τελευταία.
Μια υπόσχεση δεν αγγίζει την τελείωση, παρά μόνο με την εκπλήρωσή της -διαφορετικά, μετουσιώνεται σε αερολογία.

Ναι, οι πράξεις είναι δυνατότερες από τα λόγια. Κι αυτό γιατί έρχονται να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τα λόγια, που γι' αυτές και μόνο, μπήκαν σε μια σειρά κι εκφράστηκαν.

Όταν όμως πρόκειται για συναισθήματα, η έκφραση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της αυτής ύπαρξης τους. Και, στην περίπτωση αυτή, τίποτα δεν είναι αρκετό -ούτε τα έργα από μόνα τους. Γιατί, η ανάγκη για έκφραση ποτέ δεν ικανοποιείται στο έπακρο -ή έκφραση, εξάλλου, δεν έχει όρια.

Τα λόγια αποτελούν, σαφώς, μια μορφή έκφρασης -όχι, όμως, τη μοναδική. Κι όταν αυτά φαντάζουν ανεπαρκή, τότε επιστρατεύονται άλλοι τρόποι έκφρασης. Γι' αυτό, ό,τι δεν μπορείς ή δε θες να πεις με λόγια, πες το μ' ένα στίχο, με μια εικόνα, με μια γνώριμη μελωδία, μ' ένα παλιό ρεφραίν. Η λακωνικότητα είναι αρετή και έγκειται στην κρίση μας το πότε οι περιστάσεις την επιβάλλουν. Δεν επιβάλλεται, όμως, την ίδια ώρα και η απουσία της έκφρασης. Γιατί, δε νοείται ζωή δίχως έκφραση. Απλώς, ξεχνάμε κάποιες φορές την πολυμορφία των εννοιών που συναπαρτίζουν τη ζωή μας και τη δημιουργικότητα που απορρέει από κάθε έμπνευση της στιγμής.

Κάτι ανάλογο θα εννοούσε ο Πλάτωνας, υποστηρίζοντας πως “με το άγγιγμα της αγάπης, ο καθένας γίνεται ποιητής”...